7-16/10 έκθεση ζωγραφικής του Γιάννη Μενεσίδη

afisa333

programma front333programma back333

afisa333

 

 

 


Σκέψεις με αφορμή την έκθεση ζωγραφικής του Γιάννη Μενεσίδη στη Δράμα

(07 - 16 Οκτωβρίου 2016)

 του Χρίστου Π. Φαράκλα

 

Η εικαστική διαδικασία αποσκοπεί, όπως είναι γνωστό, στην απεικόνιση του ορατού κόσμου. Η απεικόνιση αυτή σε καμιά περίπτωση δεν είναι πιστή. Ακόμη και στις πιο ακραίες περιπτώσεις εικονιστικής ζωγραφικής, όταν μένουμε άναυδοι με την ακρίβεια και τον ρεαλισμό μιας απόδοσης, ακόμη και τότε αυτό που βλέπουμε σε έναν πίνακα δεν είναι πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας. Όχι μόνο επειδή η πραγματικότητα είναι εξ ορισμού ασύλληπτη και ο καλλιτέχνης για την αντιγράψει –να την απομιμηθεί κατά τους αρχαίους– καταφεύγει υποχρεωτικά σε σχεδιαστικές οφθαλμαπάτες και χρωματικά εφέ. Αλλά και επειδή η καλλιτεχνική απεικόνιση είναι σε όλες τις περιπτώσεις αποτέλεσμα μιας εσωτερικής «διήθησης», προκύπτει δηλαδή πάντα από ένα φιλτράρισα του θέματος μέσα από τη συνείδηση του δημιουργού. Αυτό δηλαδή που βλέπουμε σε ένα εικονιστικό έργο τέχνης –ας πούμε σε ένα νατουραλιστικό τοπίο, όπου διακρίνονται ακόμη και ζουζούνια να ερωτοτροπούν– είναι ένα αντίγραφο –φαινομενικά ακριβές– της πραγματικότητας, το οποίο έχει προκύψει από την προσπάθεια του δημιουργού να εμπλουτίσει το αρχικό οπτικό του ερέθισα με νόημα, για να το διαθέσει έπειτα στο κοινό ως «πακέτο» σημασίας.

Αν η ζωγραφική γενικά, ακόμη και όταν ο δημιουργός της το επιδιώκει συνειδητά, δεν παράγει πανομοιότυπα της πραγματικότητας, ο ζωγράφος Γιάννης Μενεσίδης –ο Δραμινός ζωγράφος Γιάννης Μενεσίδης– έχει απορρίψει εξ υπαρχής την ιδέα να αναπαραστήσει την πραγματικότητα ως έχει. Δεν πρόκειται για καλλιτέχνη που κάνει χρήση των ικανοτήτων και των μέσων του για να δημιουργήσει πειστικές οπτικές εντυπώσεις. Ως προς αυτό η εικονογραφία του Μενεσίδη δεν είναι καθόλου συμβατική. Τα τοπία, τα κτίρια, τα δέντρα ή ακόμη και τα πρόσωπα που χρησιμοποιεί ως «μοντέλα» του είναι περισσότερο το πρόσχημα, παρά ο σκοπός της τέχνης του. Η προσπάθεια του Μενεσίδη επικεντρώνεται κυρίως στο να νοηματοδοτήσει τη ζωγραφική του μετατρέποντας τις εικόνες του –όλες τις εικόνες του– σε «αυτοπροσωπογραφίες» της ψυχής του. Διότι ο Μενεσίδης σε όλα τα έργα του –και με όλα τα έργα του– προβαίνει σε μια άνευ προηγουμένου εξομολόγηση, που συνδυάζει τη συντριβή της κατακερματισμένης υλικής φύσης με τη υπαρξιακή χαρά της ψυχικής ανακαίνισης.

Αν προσέξει κανείς τα έργα του Μενεσίδη, ιδίως τα ασπρόμαυρα, θα διαπιστώσει με την πρώτη ματιά ότι προκαλούν ίλιγγο με το πλήθος των μικροσχημάτων που κατακλύζουν τη ζωγραφική επιφάνεια. Τα μόνα ακάλυπτα σημεία στους πίνακές του είναι εκείνα που αντιπροσωπεύουν το φως. Μπορεί εύκολα, νομίζω, να καταλάβει κανείς πόσο κόπο και πόση αυτοδαπανητική προσπάθεια απαιτούν τα μικροσχήματα αυτά, για να γίνουν ένα ένα με πενάκι ή με ραπιτογράφο. Πόση όραση καταναλώνεται και πόσο πολύωρη προσήλωση απαιτείται, για να μπει το καθένα από αυτά στη θέση του, ώστε να προκύψουν σε κάθε περίπτωση οι κατάλληλοι ειρμοί. Διότι τα μικροσχήματα αυτά δεν είναι τυχαία ούτε αραδιάζονται όπως όπως στη ζωγραφική επιφάνεια. Όσο και αν φαίνεται απίστευτο, τα σχηματάκια αυτά είναι ιδεογράμματα μιας μυστικής γραφής –μακρινοί απόγονοι των ψηφαριθμικών συμβόλων του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη–, με την οποία συγγράφεται το επιβλητικό κείμενο μιας εκ βαθέων εξομολόγησης.

Η εξομολόγηση αυτή είναι υπαρξιακή. Είναι διάλογος ανάμεσα στις δύο πλευρές της ύπαρξης, όπως αυτή εκδηλώνεται ως οντότητα ανάμεσα στο εντεύθεν και το επέκεινα, ανάμεσα στο αισθητό και το υπεραισθητό, ανάμεσα στο νυν και το αεί, ανάμεσα στην κακουχία της πτώσης και την ευεξία της ανάνηψης. Και αυτό που διαπερνά και νοηματοδοτεί το έργο του Μενεσίδη είναι ο αγώνας και η αγωνία του να δείξει με εικαστικά επιχειρήματα ότι οι δύο αυτοί πόλοι της ύπαρξης όχι μόνο δεν βρίσκονται σε κατάσταση αντιπαλότητας και σύγκρουσης αλλά ότι συνυφίστανται αρμονικά σε καθεστώς αλληλλοπεριχώρησης, το οποίο εξασφαλίζει στα όντα τη δυνατότητα να ισορροπούν μέσα στο ενιαίο και αδιαίρετο πεδίο του Όντος (με κεφαλαίο).

Η ζωγραφική του Μενεσίδη δεν είναι ούτε ειδυλλιακή ούτε καθησυχαστική. Απλώνει το χέρι στον θεατή με την ενάργειά της αλλά τον κρατά και σε απόσταση με τον καταιγισμό των σημαινόντων της. Δημιουργεί την εντύπωση μιας εύκολα προσπελάσιμης τέχνης χάρη στη σχεδιαστική της αθωότητα αλλά απαιτεί από τον θεατή προσεκτική μελέτη και πολύωρη προσήλωση, για να διεισδύσει περισσότερο ή λιγότερο στο βάθος της. Είναι ακριβώς σαν να έχει κανείς μπροστά του ένα ιστορημένο βυζαντινό χειρόγραφο. Η πρώτη οπτική επαφή είναι φύσεως αισθητικής. Προκαλεί ένα αυθόρμητο επιφώνημα θαυμασμού. Η πραγματική όμως γνωριμία με το χειρόγραφο μόνο με επισταμένη και επίπονη ανάγνωση μπορεί να γίνει, μια ανάγνωση χωρίς τέλος, αφού πάντα αρχίζει ξανά και ξανά από εκεί που φαινομενικά όλα έχουν τελειώσει. Γι’ αυτό θεωρώ ατυχή την κατάταξη του Μενεσίδη στους ναΐφ ζωγράφους, που έγινε ήδη από τους επαΐοντες του Ιδρύματος Μιχελή.

Η ίδια συνθετική φιλοσοφία διέπει και τις έγχρωμες εικόνες του Μενεσίδη. Εννοώ εκείνες που είναι ζωγραφισμένες με τέμπερα και ελαιοπαστέλ και όχι όσες έχουν ζωγραφιστεί με κραγιόνια και ανήκουν στην ίδια κατηγορία με τα ασπρόμαυρα έργα του. Μόνο που εδώ τη θέση της επίπονης ψηφιογραφικής σύνθεσης παίρνει το χρώμα, ένα χρώμα που είναι και αυτό προϊόν βασάνου και έρευνας πολλής, ένα χρώμα που δεν επιδιώκει ούτε να προκαλέσει το μάτι ούτε να διακοσμήσει την εικόνα ούτε να εξαντλήσει ρεαλιστικά το χρωματολόγιο του ορατού φάσματος. Με τη χρήση της τετραχρωμίας και ακολουθώντας τους δρόμους των προαναγεννησιακών αγιογράφων της Κρητικής Σχολής δημιουργεί με απόλυτη πειθαρχία και συνεχή πειραματισμό συνθέσεις εξαιρετικής λιτότητας και αυτοσυγκράτησης, στις οποίες γίνεται εξίσου σαφής η τάση για συγκερασμό του γήινου με το ουράνιο και του κατά κόσμον φωτός –του εκ φύσεως συνδεδεμένου με τη σκιά– με το άκτιστο φως –το χωρίς σκιές και διαθλάσεις, το συνδεδεμένο από καταβολής αιώνος με τη δημιουργική Αιτία του σύμπαντος.

 

Ανακοινώσεις

Powered by mod LCA