14/9 παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής ''Λίγο χώρο για τον ξένο" του Δημήτρη Αθηνάκη, την Τετάρτη, 14/09 & ώρα 19.30, στο καφε-μπαρ "Παπαρούνα", σε διοργάνωση του Σ.Φ.Γ.T, στα πλαίσια των προφεστιβαλικών εκδηλώσεων του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους

 

athinakis5

athinakis5

 

 

 

 

 

Ο Δημήτρης Αθηνάκης (Δράμα, 1981), στην τρίτη ποιητική συλλογή του «Λίγος χώρος για τον ξένο» εξοπλίζει στην αφετηρία του το αφηγούμενο υποκείμενο με αυτοβιογραφικά στοιχεία και με μια φωτογραφική μηχανή, ενώ κινείται στον σύγχρονο αστικό ιστό της Αθήνας, συναιρώντας το βλέμμα και τον λόγο του: «Ξένα χέρια παντού» ή «Αρπάζεις ό,τι περισσεύει,/ταΐζεις τ’ αδέσποτα και περιφέρεσαι//Συλλέγεις αγνώστους που χάνουν σιγά-σιγά τη μνήμη τους».

 ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ «Λίγος χώρος για τον ξένο» Κουκουνάρι, 2016 Σελ. 132 |

Ο φωτογράφος-ποιητής-περιπατητής, στη διαμονή του στο ανοίκειο του εαυτού και κυρίως στο ανοίκειο σώμα της πόλης, κινείται, χειρονομεί και καταγράφει μια σχέση τραυματική, αμήχανη, ονειρευόμενος σε μια άλλη γλώσσα κι ελπίζοντας: «Ετοιμάζεις το χώρο για τα πουλιά πάνω από την πόλη».

Ξεγυμνώνεται και ταυτίζεται με το ρευστό αλλά υπαρκτό σώμα του άλλου -ως προσώπου και ως πόλης- συμπονώντας για την τρέχουσα ρευστότητα, την περατότητα και το αδιέξοδο των πραγμάτων.

Στην ποιητική του ανιχνεύονται αύρα νουβό ρομάν και κλίμα φιλοσοφίας της γλώσσας, ενώ στη στρατηγική του αντλεί από την εμπειρία του ως αρθρογράφου-επιμελητή-ποιητή-φωτογράφου. Αποτέλεσμα μια ώσμωση, μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα σε κείμενο-έργο, υποκείμενο-αντικείμενο, θνητό-αθάνατο, ακίνητο-κινητό, προεκτείνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο το ποιητικό του πεδίο.

Παραμένοντας μακριά από προβοκατόρικες απομυθοποιητικές επιδράσεις «αποδομητικών» τρόπων, αλλά και αυτοπαθών πειραματισμών (κυρίως συνομηλίκων του και των κατά λίγο νεότερων και παραδόξως πιο προβεβλημένων) ως ποιητής και ως φωτογράφος διατηρεί την αναγκαία, γόνιμη απόσταση από τον εαυτό του και το έργο του, ώστε να μιλήσει για τους μέσα και έξω δαίμονες.

Γι’ αυτό ψηλαφεί τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη φαινομενικά «μονοθεματική» του αφήγηση (ανθρώπινο σώμα/σώμα της πόλης) και στα σημαινόμενα των γλωσσικών και μη γλωσσικών σημείων, εισάγοντας μια μεσολαβητική αρχή, αυτή του αφηγούμενου «εγώ»- ένα «εγώ» που λειτουργεί ως σωτήρια αρχή, αλλά και ισορροπεί διαλεκτικά πάνω στη διαρκή και εναγώνια συσχέτισή του με τον άλλον, τον συγκεκριμένο άλλο.

Συναιρώντας την αισθητηριακή πρόσληψη, τη βιωμένη εμπειρία και την οξεία παρατηρητικότητα, διανοίγεται σε έναν τόπο-ματιά, όπου λειτουργώντας συγκρατημένα και φωτογραφικά μάς μεταφέρει στον μεταίχμιο τόπο του οριακά φανερού, σε μιαν ανάδυση της ποιητικής-φωτογραφικής στιγμής, μετατοπίζοντάς μας σε έναν άλλο κόσμο, εκεί όπου το ποίημα στεφανώνεται με την αχλή του περιβάλλοντος ιστορικού μυστηρίου.

Ο Αθηνάκης, ισορροπώντας έως τέλους ανάμεσα στο κείμενο-στιγμιότυπο και το σώμα-οπτική του, στροβιλίζεται, χωρίς να βουλιάζει, στο σύγχρονο αστικό και ιστορικό τοπίο.

Πρόκειται για έναν νέο ποιητή που γράφοντας συμμετέχει σ’ ένα δια-κειμενικό, υπερ-κειμενικό και υπερ-ιστορικό παίγνιο, εμπλέκεται στον χωροχρόνο ως ένα σώμα που κινείται μέσα και πλάι στο ιστορικό σώμα μια πόλης που μονίμως αλλάζει. Ολα καταλήγουν ή καλύτερα επιστρέφουν στο εξής: «Είμαι κάτω από τη στάθμη της θάλασσας,/αλλά δεν είμαι ψάρι. Ρουφάω τον αέρα και/τον αφήνω στο κομοδίνο μου. Ξυπνώ αλλού/Σημαδεμένος από το άγνωστο».

 

πηγη: efsyn.gr

 

 

 

«Ψηλά στο λόφο-που-στρέφει»

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

 

Κρίσιμο σκηνικό, ήδη από τον τίτλο του βιβλίου, είναι ο χώρος.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ
Λίγος χώρος για τον ξένο
εκδ. Κουκουνάρι, 2016

Ερωτεύομαι τον ξένο; Του μιλώ σε ξένη γλώσσα; Ή μήπως μου μιλάει σε ξένη γλώσσα αυτός; Οταν ήρθα εδώ δεν ήμουν κι εγώ ξένος; Ημουν; Είμαι; Είναι ξένος αυτός που περνάει και φεύγει; Ή μήπως κουβαλώ τον εαυτό μου, μέσα μου, σαν ξένο; Το τρίτο ποιητικό βιβλίο του Δημήτρη Αθηνάκη, γεννημένου στη Δράμα το 1981, επιβεβαιώνει και σταθεροποιεί τις γλωσσικές και υφολογικές επιλογές του, επιχειρεί όμως να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα, σε μια περισσότερο ενοποιημένη σύνθεση-σπουδή του «ξένου».

Μολονότι θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς ότι πρόκειται για ζήτημα επίκαιρο, ο Αθηνάκης δεν ανήκει (ευτυχώς, κατά τη γνώμη μου) στους ποιητές που επιζητούν να δανειστούν λίγη λάμψη από την επικαιρότητα, με ποιήματα-λεζάντες. Η δημοσιογραφική ιδιότητα δεν τον εμποδίζει να παραμείνει πιστός στην εσωτερικότητα της υπόθεσής του ενώ η δημοσιογραφική γλώσσα δεν του βάζει τρικλοποδιά, αφού η ποιητική του έκφραση παραμένει πειθαρχημένη και χαμηλότονη. Προκαλώντας, μάλιστα, αυτοσαρκαστικά μια τέτοια πιθανότητα, συνθέτει ένα ποίημα-λογοπαίγνιο με τον Λόφο του Στρέφη ως «λόφο που στρέφει», για να σχολιάσει αμέσως κατόπιν: «Συνεννοούμαστε ευκολότερα με τα κλισέ».

Στα πενήντα ολιγόστιχα ποιήματα του τόμου παρεμβάλλονται ακόμη εννέα σύντομα στιχουργήματα τυπωμένα σε μαύρες βινιέτες, σαν διάτιτλοι βωβού κινηματογράφου. Το «κόλπο» λειτουργεί, υποβάλλοντας στον αναγνώστη κάτι από την παλλόμενη σιωπή και κάτι από τη νευρικότητα της εναλλαγής εικόνων και λόγου. Κυρίως όμως ενοποιώντας, μέσα από τις αραιές τομές, την ποιητική ροή, την αφήγηση.

Οι τίτλοι των επιμέρους ποιημάτων, τυπωμένοι με πλάγια γράμματα, αναπτύσσονται αρκετές φορές σε περισσότερους στίχους, αναλαμβάνοντας έτσι τον ρόλο μιας διακριτής φωνής, στην οποία το ποίημα που υπόκειται καλείται να απαντήσει. Εμπλοκή, λοιπόν, και του θεατρικού στοιχείου για να πολιορκηθεί –χωρίς, επαναλαμβάνω, να ξεπέφτει η σύνθεση σε κλισέ εντυπωσιασμού– το ζήτημα του ξένου ή, όπως θα επέβαλλε το λεξιλόγιο των επιστημών, η πραγμάτευση της ετερότητας; Με τη βοήθεια τούτης της εναλλαγής φωνών και ρόλων, πότε γινόμαστε θεατές-αναγνώστες κάπως θλιμμένων προσωπικών ιστορικών, πότε ο ποιητής μάς υποβάλλει μια περισσότερο αποστασιοποιημένη, στοχαστική αντιμετώπιση. Κρίσιμο σκηνικό, ήδη από τον τίτλο του βιβλίου, είναι ο χώρος. Καθώς όμως η υπόθεση του ξένου στα ποιήματα της σπονδυλωτής συλλογής μεταβάλλεται και γλιστρά από το μέσα στο έξω, από την πόλη στο διαμέρισμα και, αντίστροφα, από τη σχέση του ζευγαριού στη σχέση με τον εαυτό, ο χώρος τρεμουλιάζει, αντίστοιχα, ανάμεσα στο αστικό τοπίο και στο ανθρώπινο σώμα. «Χώρος», μας δίνει να καταλάβουμε ο Αθηνάκης, είναι, εντέλει, περισσότερο μια λειτουργία παρά ένας τόπος, μια κατασκευή των λέξεων παρά μια υλική πραγματικότητα. Υπ’ αυτή την έννοια, μήπως άραγε η συζήτηση για τον ξένο είναι, στην πραγματικότητα, η δραματουργία του χωρισμού;

 

πηγη:kathimerini.gr

 

 

 

 

 

Ανακοινώσεις

Powered by mod LCA