ΟΛΟ ΤΟ ΕΡΓΟ

 

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

ΘΕΑΤΡΟ

 

 

 

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

 

  • Παρουσιαστής
  • Πατέρας
  • Μητέρα
  • Αγόρι
  • Κορίτσι
  • Χελιδόνι

 

  • Δεκατρία πρόσωπα, που υποδύονται τα Κακοέντομα και τα Μέλη του Συνδικάτου της Συμφοράς.
  • Εμπρηστής

 

Τα ονόματα των Μελών του Συνδικάτου της Συμφοράς:

Σερ Μολινσέρ

Ριρή Χωματερή

Φον Ρίχτεν Αποβλήχτεν

Φράου Χαβούζεν

Μούσα Βρωμούσα

Λαίδη Μπλιάχ

Χερ Πετρελαιοκηλίδεν

Δόνα Κακοσμίνη

Σινιόρα Ρυπανσίνη

Νέφος Αιθάλης

Μεσιέ Καυσαέριους

Μις Διοξίνη

Ντεσιμπέλιους Κλάξον – Κράξων - Μεγαφών

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Α ΄ ΠΡΑΞΗ

 

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

 

ΠΡΟΣΩΠΑ: Παρουσιαστής - Πατέρας – Μητέρα – Αγόρι - Κορίτσι.

~

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ (Ξεροβήχει αμήχανα, τραγουδιστά, παράφωνα):

Κυρίες μου και κύριοι, παιδιά, μικροί μεγάλοι… (Σταματά).

Μπα, δε μου βγαίνει, συγνώμη… (Ξαναρχίζει απαγγέλλοντας):

Κυρίες μου και κύριοι, παιδιά, μικροί μεγάλοι,

Έλληνες κι Αμερικανοί, Κινέζοι κι Αγγλογάλλοι,

αγρότες κι επιστήμονες, από χωριό ή πόλη,

με φουσκωμένο, με λειψό ή κι άδειο πορτοφόλι,

σ’ όλους σας η παράσταση, μ’ αγάπη, απευθύνεται

κι αν δεν αρέσει, τελικώς, η…αφεντιά μου ευθύνεται.

 

Θα δείτε επί σκηνής πολλά. Και πράματα και θάματα,

πολύ γνωστά σας, όλα τους για γέλιο και για κλάματα.

Γέλιο και δάκρυ παν μαζί κι όποιος τα ξεχωρίζει,

απ’ τη ζωή, στα σίγουρα, τίποτα δε γνωρίζει.

Κι είθε, στον κόσμο το σκληρό, που ζούμε, και παμπόνηρο,

να κουμπαριάσει το πεζό, απόψ’ εδώ, με τ’ όνειρο!

(Τραγουδιστά, παράτονη κορώνα): Με τ’ όνειροοο…

(Υποκλίνεται και φεύγει).

 

 

Δωμάτιο(σαλόνι). Τηλεόραση με πλάτη προς τους θεατές. Μπροστά της ο πατέρας, σε πολυθρόνα, διαβάζει εφημερίδα. Το αγόρι είναι απορροφημένο στον υπολογιστή. Μητέρα και κορίτσι ασχολούνται με κάτι δικό τους. Από την T.V. ακούγεται η εισαγωγή της μελωδίας του «Χειμώνα» από τις Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι.

 

ΠΑΤΕΡΑΣ: Εντάξει, κύριε Βιβάλντι, σας ακούσαμε. Χειμώνα έχουμε, το ξέρουμε, το νιώθουμε, το ζούμε. Αυτό, όμως, δε σημαίνει πως πρέπει, σώνει και καλά, ν’ ακούμε συνεχώς τη μελωδία σας. Θα μου πείτε, τι φταίτε εσείς. Λογικό. Κι ελπίζω, άλλωστε, εκεί που βρίσκεστε να μην είναι χειμώνας, όπως εδώ κάτω. Ο Σταθμός φταίει, συγνώμη. Φτωχή δισκοθήκη διαθέτει. Τι να πω;

ΜΗΤΕΡΑ: Θα προτιμούσες, ίσως, το….(Τραγουδά):

«Είν’ χειμώνας βαρύς,

έλα απόψε νωρίς,

έλα απόψε νωρίς-νωρίς

και στο πείσμα του κόσμου μην προχωρείς».

ΠΑΤΕΡΑΣ: Για τη φωνή της την παντρεύτηκα, παιδιά. Τι έχασε η Σκάλα του Μιλάνου! Πριμαντόνα μου, εσύ!

ΜΗΤΕΡΑ: Άσε τις κοροϊδίες.

Δεν είμαι εγώ Μαρία Κάλλας μήτε Μπάλτσα.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Είσαι η γυναίκα μου. Κι ας είσαι λίγο…φάλτσα.

ΜΗΤΕΡΑ: Προτείνεις κάτι καλύτερο;

 

ΠΑΤΕΡΑΣ (Τραγουδά):

«Χειμώνιασε κι ο μάγκας τουρτουρίζει,

χωρίς παλτό στους δρόμους τριγυρίζει».

ΜΗΤΕΡΑ: Εσύ πάντως, δεν τριγυρίζεις. Αραχτό, συνήθως, σε βλέπω. Δουλειά, σπίτι. Μήτε μαγκιά διέθετες ποτέ και παλτό είχες πάντα. Πού το θυμήθηκες, ευλογημένε, αυτό το άχαρο και κατωτάτης υποστάθμης, κρύο παλαιοτράγουδο; Μπρρρ!

ΑΓΟΡΙ: Μπορείτε να κάνετε ησυχία; Με ενοχλείτε.

ΜΗΤΕΡΑ: Συγνώμη, αγόρι μου. Ξέρω πόσο σε απασχολεί η εργασία σου για το Περιβάλλον. Πότε τελειώνεις; Προχωρείς; Αχ, το Περιβάλλον, το Περιβάλλον!...

ΑΓΟΡΙ: Προχωρώ. Ψάχνω, δε βλέπεις;

ΜΗΤΕΡΑ: Σ’ έχει κουράσει, όμως. (Στον Πατέρα): Εσύ δεν μπορείς να βοηθήσεις το παιδί; Δεν ξέρεις κάτι για το Περιβάλλον;

ΠΑΤΕΡΑΣ (Χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του από την εφημερίδα): Ε, πώς! Μάλλον….

ΚΟΡΙΤΣΙ: Τι μάλλον και ξεμάλλον, μπαμπά; Ξέρεις ή δεν ξέρεις;

ΠΑΤΕΡΑΣ: Με προσβάλλετε. Και βέβαια ξέρω. Ακούς εκεί, δεν ξέρω! (Ξεροβήχει): Το Περιβάλλον είναι…είναι ό,τι μας περιβάλλει.

ΑΓΟΡΙ (Xαμηλόφωνα): Φωτίστηκα.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Γι’ αυτό πρέπει να το περιβάλλουμε με αγάπη και να καταβάλλουμε, χωρίς να αναβάλλουμε, κάθε προσπάθεια προστασίας του, επειδή, αν το υποβαθμίσουμε – και το υποτιμήσουμε - κινδυνεύει να… υποτιμηθεί η αξία των… μετοχών. Τι λέω!

ΑΓΟΡΙ: Άντε, άντεεε! Πέρα βρέχει, ο πατέρας.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Κινδυνεύει ο… δείκτης των αξιών…ωχού, μη με σκοτίζετε. Ρωτήστε τον κουμπάρο, τον οικολόγο. Τον κουμπάρο. Αυτός ξέρει καλύτερα.

Τ.V.: Διακόπτουμε το πρόγραμμά μας, για να σας μεταδώσουμε έκτακτη τοπική είδηση.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Κάποιο έγκλημα ή ληστεία!

ΜΗΤΕΡΑ: Μήπως σεισμός; Πώς φοβάμαι τους σεισμούς!... Τους τρέμω. Τους τρέμω!...

T.V.: Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, στην περιοχή μας, και ενώ ο χειμώνας εξακολουθεί να μας ταλαιπωρεί με ασυνήθιστη σφοδρότητα, εμφανίστηκε ένα χελιδόνι!

(Κοιτάζονται όλοι έκπληκτοι. Τα παιδιά πλησιάζουν την Τ.V., ο πατέρας κουνά κοροϊδευτικά το κεφάλι).

Τ.V.: Το πρωτοφανές αυτό για την εποχή γεγονός, διέδωσαν κάποια παιδιά, τα οποία υποστήριξαν, ότι είδαν με τα ίδια τους τα μάτια το μικρό πουλί, καταταλαιπωρημένο και, σχεδόν, αγνώριστο.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Τι τρελό θ’ ακούσουμε ακόμη απ’ την τηλεόραση!

ΜΗΤΕΡΑ: Έπεσε η τηλεθέαση με τα χαζοπρογράμματα που μας σερβίρει καθημερινά και πάει να την ανακτήσει με…

ΠΑΤΕΡΑΣ: …παραμύθια. Πες το!

ΑΓΟΡΙ: Από κριτική, μαμά, σκίζεις. Κατηγορείς την τηλεόραση, όμως δεν ξεκολλάς από πάνω της.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Μας περνούν για ηλίθιους. Ακούς εκεί, χελιδόνι στο καταχείμωνο! (Με το τηλεκοντρόλ προσπαθεί να αλλάξει κανάλι, τα παιδιά τον εμποδίζουν).

ΚΟΡΙΤΣΙ+ΑΓΟΡΙ: Μη, μη βρε μπαμπά! Άφησε ν’ ακούσουμε.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Ν’ ακούσετε τι; Σας έχω και για έξυπνα παιδιά. Το ΄πε, εξάλλου. Το …χελιδόνι που είδαν τα…κουτόπαιδα ήταν αγνώριστο.

ΑΓΟΡΙ: Σχεδόν αγνώριστο.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Εκεί θα μείνουμε; Αγνώριστο πάντως. Είναι απολύτως βέβαιο ότι το παρομοίασαν με χελιδόνι. Ενώ, χίλια τα εκατό, πρόκειται για ψαρόνι, που ξέκοψε από το σμήνος του. Τέτοιαν εποχή τα μαυροπούλια πετάνε όπου να ΄ναι, ψάχνοντας για τροφή. Λοιπόν, τέρμα. Ψαρόνι ήταν το…χελιδόνι και κανείς δε με... «ψαρώνει» εμένα με ανοησίες.

ΑΓΟΡΙ+ΚΟΡΙΤΣΙ: Σιγά! Σιγά, ν’ ακούσουμε.

T.V.: Κανείς από τους μεγάλους που ρωτήθηκαν, δεν είδε χελιδόνι

ΠΑΤΕΡΑΣ:    Οι μεγάλοι διαθέτουν μυαλό.

Τ.V.: Και μια κυρία, που δήλωσε πως είναι Παιδοψυχολόγος, μίλησε για την αχαλίνωτη φαντασία των παιδιών και την ιδιαιτερότητά τους να λειτουργούν, κυρίως, με το συναίσθημα και πολύ λιγότερο με τη λογική, επειδή τους λείπει η εμπειρία.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Συμφωνώ απολύτως!

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δηλαδή συμφωνείς ότι τα παιδιά είναι κουτά κι άμυαλα;

ΠΑΤΕΡΑΣ: Ε, όχι, όχι! Δεν είπα κάτι τέτοιο.

ΑΓΟΡΙ: Πως δεν είπες;

Τ.V.: Το χελιδόνι, συνέχισε η Παιδοψυχολόγος, βρίσκεται στη σφαίρα του επιθυμητού των παιδιών και όχι του συνειδητού.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Σκοτίστηκα!...

T.V.: Η Ορνιθολογική Εταιρεία, στην οποία απευθύνθηκε ο Σταθμός μας, θεωρεί ως απίθανη την εμφάνιση χελιδονιού το χειμώνα.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Να και η επίσημη επιστημονική διαβεβαίωση. Η επιστήμη! Πάνω απ’ όλα η επιστήμη!

T.V.: Με μιαν επιφύλαξη, ωστόσο.

ΑΓΟΡΙ: Να και η επίσημη επιστημονική αμφιβολία, όμως. Μια μου και μια σου, πατέρα.

T.V.: Επιφύλαξη, που έχει να κάνει με τις συχνές κλιματικές διαταραχές και τις ατμοσφαιρικές ανωμαλίες, εξαιτίας περιβαλλοντικών προβλημάτων της εποχής μας, τα οποία επηρέασαν ή και κατέστρεψαν ακόμη, τη φυσική πυξίδα, το βιολογικό ρολόι τού πουλιού και τον ανιχνευτή του, του γήινου μαγνητικού πεδίου, ώστε να το αποπροσανατολίσουν.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Τι λέει, μωρέ; Θα τρελαθώ! Θα φάω την εφημερίδα μου!

ΜΗΤΕΡΑ: Εκτός από τη σελίδα του Χρηματιστηρίου, βέβαια. Θες, πάντως, να σου φέρω κανένα κεφτεδάκι, να σου περάσει; Δεν έφαγες βραδινό και θα πεινάς.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Ωχού, με τους κεφτέδες σου, κεφτεδοφάγα μου, μπουλούκα…

ΜΗΤΕΡΑ: Ντροπή! Ακούν τα παιδιά.

Τ.V.: Αγαπητοί τηλεθεατές, υποσχόμαστε να σας κρατούμε ενήμερους επί του θέματος, με έκτακτα δελτία.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Άλλο βάσανο δεν είχαμε. Καθημερινά μας ταλανίζουν τόσα σοβαρά προβλήματα κι εμείς ασχολούμαστε μ’ ένα υποτιθέμενο χελιδόνι. Ο παραλογισμός στην αποκορύφωσή του.

ΑΓΟΡΙ: Το χελιδόνι είναι πραγματικό κι όχι υποτιθέμενο.

ΠΑΤΕΡΑΣ: «Τα μυαλά σου και μια λίρα». Δε μου λες κι εσύ και η αδερφή σου η παραμυθού, τι απέγινε με κείνο το χελιδόνι του Σεπτέμβρη, που δεν ήθελε, τάχα, να φύγει μαζί με τ ’ άλλα πουλιά; Πάει, ξεχάστηκε. Λυπάμαι για τη λογική σας. Και για τότε και για τώρα. Τα χελιδόνια έχουν περισσότερο μυαλό από σας. Ξέρουν πότε θα ‘ρθουν και πότε θα φύγουν.

ΜΗΤΕΡΑ: Καλά σας λέει ο μπαμπάς. Ξέρει αυτός. (Με αμφιβολία). Ξέρει; Είπα ξέρει; Ποιος ξέρει;… (Τραγουδά):

Ποιος τάχα ξέρει

την απάντηση να δώσει

με σιγουριά και γνώση;

Και ποιο ξεφτέρι

πως κατέχει, λέει, τα μύρια

της φύσης τα μυστήρια;

 

Ποιος τ ΄ανεξήγητα θα εξηγήσει;

Στ’ άλυτο πρόβλημα ποιος θα ‘βρει λύση;

Ποιος λέει αν η αλήθεια, αλήθεια λέει;

Ποιος ο παλιάτσος αν γελά ή κλαίει;

Την Άνοιξη του Κόσμου ποιος να ξέρει,

ποιο, τάχα, «Χελιδόνι» θα τη φέρει;

 

ΠΑΤΕΡΑΣ: Λίγο χαλβά, αν περίσσεψε να μου ‘φερνες.

ΜΗΤΕΡΑ: Χαλβαδοφάγε μου, μπουλούκο! Τι λέει το χρηματιστήριο;

ΠΑΤΕΡΑΣ: Κατρακύλα.. Η οικονομική κρίση θα μας πνίξει. Κλείσιμο μαγαζιών, απολύσεις, μειώσεις μισθών…

ΜΗΤΕΡΑ: Αυξήσεις τιμών.(Προς το κοινό): Να φανταστείτε, η κρέμα προσώπου μου – γαλλική βεβαίως - τσίμπησε τρία ολόκληρα ΕΥΡΩ!

ΠΑΤΕΡΑΣ: Κι έχουμε και την κοινωνική κρίση, την κρίση θεσμών, κρίση ηθικής, κρίση εκπαιδευτική, κρίση…

ΑΓΟΡΙ: Περιβαλλοντική! Την ξεχάσατε;

ΠΑΤΕΡΑΣ: Πες το, χρυσόστομε! Αυτό σε καίει εσένα. Συμφωνώ μαζί σου. Κι εμένα με απασχολεί , πίστεψέ με. Όμως πολύ το σοβαρέψαμε, θαρρώ.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Για το χελιδόνι μιλούσαμε, αλλού βρεθήκαμε.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Και καλά κάναμε. Λογικοί άνθρωποι είμαστε. Διότι, επιτέλους, και για να τελειώνουμε μ’ αυτό το άχαρο θέμα, ερωτώ, και απευθύνομαι μάλιστα- όσο μου το επιτρέπει η σοβαρότητά μου- στο ίδιο αυτό το πουλί και του λέω: (Απαγγέλλει με στόμφο):

Πού πας, κύριε χελιδόνι, με τέτοιον καιρό;

Τον άγριο βοριά δεν τον φοβάσαι;

Την μπόρα; Το χιόνι το παγερό;

Πού πας, χελιδόνι; Πού πας; Απορώ!

ΜΗΤΕΡΑ (Στο κοινό): Κάποιο παλιό σχολικό ποίημα, μου θυμίζει. (Απαγγέλλει):

«Πού πας καραβάκι με τέτοιον καιρό…»

ΠΑΤΕΡΑΣ(Συνεχίζει):

Να φέρεις Άνοιξη ζητάς στο καταχείμωνο;

Μεγαλοπιάνεσαι, πουλάκι μου, αλίμονο!

Βάλ’ το στο νου σου, το λοιπόν. Όσο κι αν θες,

να καταργήσεις δεν μπορείς τις εποχές.

 

Χαλά ο ρυθμός κι η αρμονία των πραγμάτων.

Δε ζούμε, δα, σε κάποιο τσίρκο των θαυμάτων.

Έτσι πορεύεται η ζωή μες στους αιώνες.

Του κόσμου η τάξη λειτουργεί και με Χειμώνες!

Και με Χειμώνες! Και με Χειμώνες!...

(Κορώνα): Και με Χειμώνες!...

ΚΟΡΙΤΣΙ: Καλά, βρε μπαμπά, σε ακούσαμε. Και με Χειμώνες. Με ήλιο και χιόνια κυλά η ζωή. Το ξέρουμε.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Ούφ! Παρασύρθηκα. Τι ανοησίες λέω; Ποιο χελιδόνι θα φέρει την Άνοιξη; (Μονολογεί, προς το κοινό): Παιδί του Χειμώνα είν’ η Άνοιξη. Τέκνο του πόνου είν’ η χαρά. Απ’ τα σκληρά κι επώδυνα γεννιέται το καλό.

ΜΗΤΕΡΑ: Πιστέψτε με, παιδιά, κι εγώ πολύ θα το ΄θελα να ρθει το αγαπημένο το πουλί, την Άνοιξη να φέρει. Πώς όμως; Κούκου λαλιά δεν ακούστηκε ακόμη. Ο χειμώνας επιμένει. Μήτε αλκυονίδες ημέρες είχαμε φέτος. Σκληρός στάθηκε στην Αλκυόνη ο Γενάρης. Δεν της χαρίστηκε και μάνα φέτος δε θα γίνει. Δε θα κλωσσίσει η δόλια στην ακροποταμιά, σαν κάθε χρόνο. Μην τα ΄χετε, λοιπόν, με τον πατέρα σας, γι αυτά που σας λέει. Μην τον κακοκαρδίζετε και του ζητάτε ακόμη κι ευθύνες.

ΑΓΟΡΙ: Ποιος είπε κάτι τέτοιο; Όμως το να διατυπώνουμε την άποψή μας ελεύθερα, θαρρώ πως εσείς μας το ζητάτε.

ΜΗΤΕΡΑ: Ναι, αλλά νομίζω πως το παρακάνετε, συχνά, με την κριτική σας. Πού τα μαθαίνετε αυτά; Στο σχολείο, μήπως; Α, όλα κι όλα. Η εκπαίδευση έχει ξεστρατήσει τελείως απ’ την αποστολή της. Άλλα αντί άλλων μαθαίνουν τα παιδιά μας. Πράγματι, υπάρχει κρίση και στην Παιδεία. Κινδυνεύουν τα χρηστά μας ήθη. Τον πατέρα σας; Ένα υπόδειγμα της κοινωνίας, με αξιοζήλευτη παρουσία και προσφορά; Με τι μόχθο, αγώνες κι αγωνίες παλεύει για μας. Αλλά δεν είναι σωστό να τον υπερασπίζομαι εγώ. Μπορεί κι ο ίδιος να μιλήσει για τον εαυτό του. Έλα, καλέ μου, μην ντρέπεσαι…

ΠΑΤΕΡΑΣ (Τραγουδά απευθυνόμενος στο κοινό):

Είμ’ ένας φαμελίτης,

νομοταγής πολίτης.

Τους φόρους μου πληρώνω,

μην κοροϊδεύετε.

 

Φροντίζω τα παιδιά μου,

λατρεύω την κυρά μου.

Τι άλλο από μένα,

λοιπόν, γυρεύετε;

ΜΗΤΕΡΑ (Ειρωνικά): Φωνή! Ω, τι φωνή!

Σ’ αγαπώ πολύ, διότι

είσαι ο νέος Παβαρότι!

Τ.V.: Διακόπτουμε, και πάλι, το πρόγραμμά μας, για να σας μεταδώσουμε νεότερα, σχετικά με το χελιδόνι. (Τα παιδιά πλησιάζουν, με ενδιαφέρον, την τηλεόραση). Όπως μετέδωσαν, πριν από λίγο, διεθνή μέσα ενημέρωσης, , η ιστορία με το χελιδόνι αποδείχτηκε πως ήταν φάρσα ενός ασυνείδητου μπλόγκερ του διαδικτύου.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Πόσο λίγο κρατάνε τα όνειρα!...

Τ.V.: Ο Σταθμός μας, πρώτος κατέθεσε μήνυση εναντίον του άγνωστου, μέχρι στιγμής, φαρσέρ, για την απογοήτευση που προξένησε στις καρδιές των πολυάριθμων μικρών μας τηλεθεατών – και όσων μεγάλων εξακολουθούν να παραμένουν μέσα τους παιδιά – και ζητά συγνώμη για την αναστάτωση που, παρά τη θέλησή του, σας προκάλεσε.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Από την πρώτη στιγμή ήμουν κατηγορηματικός. Υπεράνω όλων η λογική. Το συναίσθημα σε παραπλανά. Σε αποπροσανατολίζει από το ορθό και το πρέπον. Το πρέπον!...

(Τα παιδιά μένουν βουβά, με σκυμμένα κεφάλια).

ΜΗΤΕΡΑ: Τον ανόητο! Το θρασύτατο φαρσέρ. Μας ξεσήκωσε άδικα, ο αφιλότιμος!

ΠΑΤΕΡΑΣ: Μη μου πεις πως κι εσύ πίστεψες στην μπαρούφα!

ΜΗΤΕΡΑ: Ε, όχι! Όχι…Νομίζω….αλλά…

ΠΑΤΕΡΑΣ: Πρέπει να ομολογήσω, ωστόσο, ότι προκαλεί και σε μένα εντύπωση που, μ’ ένα τοσοδά ασήμαντο πουλί, ασχολήθηκε τόσος κόσμος. Πρωτάκουστο!

ΜΗΤΕΡΑ: Ίσως και θετικό! Όταν η κοινή γνώμη ενδιαφέρεται για ένα χελιδόνι, μήπως κάτι καλό γεννιέται στον Κόσμο; Στις ψυχές των ανθρώπων. Τι να πω; Μήπως!...

ΠΑΤΕΡΑΣ: Λοιπόν, παιδιά, όπως καταλάβατε, τζάμπα κουβέντα κάναμε τόσην ώρα. Χελιδόνι, τζίφος! Το Μάρτη, ίσως….

ΜΗΤΕΡΑ: Ποιο Μάρτη; Είδες πολλά χελιδόνια την προηγούμενη Άνοιξη; Σπουργίτια κυριέψαν τις φωλιές τους. Αλίμονο, λιγόστεψαν πολύ τα…χελιδόνια…

ΠΑΤΕΡΑΣ: Ώρα για ύπνο, παιδιά. Εργασία, γιέ μου, αύριο πάλι.

ΜΗΤΕΡΑ: Και μη μένεις τόσες ώρες μπρος στον υπολογιστή σου. Γνωρίζεις τις συνέπειες.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Και μια τελευταία συμβουλή. Πραγματιστές σας θέλω στη ζωή σας. Ορθολογιστές! Όχι φαντασιόπληχτους κι ονειροπόλους. Καλό ύπνο, παιδιά μου. Καλό ύπνο!...

ΜΗΤΕΡΑ: Κι όνειρα γλυκά. Γλυκά!...

 

 

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

 

ΠΡΟΣΩΠΑ: Αγόρι – Κορίτσι – Χελιδόνι – Κακοέντομα

 

Τοπίο εξοχικό. Γυμνά δέντρα, ατμόσφαιρα θολή, χειμωνιάτικη, ένας μισογκρεμισμένος φράχτης ξερολιθιά, στο βάθος καπνίζει.

 

 

ΑΓΟΡΙ: Σσστ! Κάτι ακούω…

ΚΟΡΙΤΣΙ: Τον αντίλαλο της βλακίας σου, μήπως; Τι θέλαμε και βγήκαμε απ’ το σπίτι με τέτοιο ψοφόκρυο, σ’ αυτή την ερημιά;

ΑΓΟΡΙ: Σουτ, σου λέω! Μη φοβάσαι, βρε κουτή, δεν παγώνεις. Είναι όμορφο το χειμωνιάτικο τοπίο.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Να μου λείπει. Και μάλιστα Σαββατιάτικα. Χάνω τη μουσική εκπομπή στην τηλεόραση. Το ποδόσφαιρο εσύ. Έχει και μπάσκετ. Πάμε!

ΑΓΟΡΙ: Λίγο ακόμα. Λίγο ακόμα!

ΚΟΡΙΤΣΙ: Ψάχνεις κάτι; Ψυχή δεν υπάρχει ολόγυρα. Φοβάμαι! Συχνάζουν ξωτικά σε τέτοια μέρη.

ΑΓΟΡΙ: Μεγαλύτερα από σένα, πάντως, αποκλείεται.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Σιγά το έξυπνο. Κι ο αέρας; Ο καθαρός, υποτίθεται, αέρας της εξοχής, δε σου φαίνεται πως μυρίζει απαίσια; Τσούζουν τα ρουθούνια μου. Το λαρύγγι.

ΑΓΟΡΙ: Απ’ το σκουπιδότοπο είναι. Δεν κοιτάς στο βάθος που καπνίζει; Βάλανε φωτιά πάλι, ενώ απαγορεύεται.

ΚΟΡΙΤΣΙ (Ξεροβήχει, ρουθουνίζει): Αψού!

ΑΓΟΡΙ: Γίτσες!

ΚΟΡΙΤΣΙ: Μακάρι ν’ αλλάξει κατεύθυνση ο αέρας.

ΑΓΟΡΙ: Να γλιτώσεις εσύ, να τσούζουν άλλων τα ρουθούνια, έτσι; Μπράβο σου, αδερφούλα μου!

ΚΟΡΙΤΣΙ: Άσε τις εξυπνάδες. Πάμε να φύγουμε. Σε παρακαλώ. Πείνασα κι όλας.

ΑΓΟΡΙ: Φαγανού μου, εσύ. Σσσσ! Να… κάτι έπιασε το αυτί μου. Άκου…

ΚΟΡΙΤΣΙ: Κάποιο ξερόκλαδο θα κουνήθηκε ή ξερόφυλλα.

ΑΓΟΡΙ: Φωνή πουλιού.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Είδες κανένα τόσην ώρα; Μήτε σπουργίτι φάνηκε, μήτε και σουσουράδα.

ΑΓΟΡΙ: Άλλο πουλί ψάχνω εγώ.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Ψάχνε όσο θές. Τι σου φταίω;

ΑΓΟΡΙ: Κι όμως. Ξεχωρίζω το τιτίβισμα του. Δε με ξεγελάει εμένα τ΄ αυτί μου.

(Τραγουδά, ενώ ψάχνει ολόγυρα):

Πουλάκι βιάσου!

Πού ‘σαι κρυμμένο;

Σε περιμένω

καιρό να ‘ρθεις.

Μες στην καρδιά μου

τ’ όνειρο πλέκω

-ζεστό γιλέκο-

να ζεσταθείς.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Είναι πουλί. Έχεις δίκιο.

ΑΓΟΡΙ: Είναι χελιδόνι. Να το!

(Εμφανίζεται το πουλί-χελιδόνι).

ΑΓΟΡΙ (Με έκπληξη και θαυμασμό): Είσαι…είσαι το…

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Το χελιδόνι! Γιατί διστάζεις; Πες το.

ΑΓΟΡΙ: Αυτό που είδαν κάποια παιδιά;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Αυτό που βλέπουν τα παιδιά…

ΑΓΟΡΙ: Στην τηλεόραση, ξέρεις…. Κάποιος φαρσέρ….

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Στα χελιδόνια δεν περισσεύει χρόνος για τηλεόραση.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δεν είσαι, όμως, από πάνω σαν τηγάνι κι από κάτω σαν βαμβάκι, όπως λέει το αίνιγμα!

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Μα δεν είμαι αίνιγμα.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Πάντως για χελιδόνι δε σε κόβω.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Ό,τι φαίνεται δεν είναι πάντα αυτό που είναι. Να το θυμάσαι. Με τόσα που τράβηξα στο ταξίδι μου, πάλι καλά. Είδαν εμένα τα ματάκια μου! Τι πάθαν τα φτεράκια μου κι η ψαλιδωτή μου ουρά!... Πώς δε θα καταντούσα έτσι;

ΑΓΟΡΙ: Εγώ δεν αμφιβάλλω πως είσαι χελιδόνι.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Εγώ λέω πως είσαι….είσαι ψαρόνι.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Αχ, τα ψαρόνια, τα ψαρόνια!... Τι μου τα θύμησες. Πριν δυο μέρες αντάμωσα ένα σύννεφο ολόκληρο απ’ αυτά. Ξερακιανά απ’ την πείνα. Όμως, βρε παιδιά, κι εμένα, απ’ τη λιγούρα, τρυπάει το στομάχι μου. Μέρες έχω να βάλω κάτι μέσα μου. Έμεινε, μήπως, εδώ κανένα ζωντανό εντομάκι;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Πού να βρεθεί έντομο; Μα, αν τρως χαλβά ή κεφτέ, έλα μαζί μας. Στο σπίτι μας ποτέ δε λείπουν αυτά τα δύο.

ΑΓΟΡΙ: Κόψε τις βλακείες σου, ανόητη. (Στο χελιδόνι): Κατσαρίδες, αν θες, έχει μπόλικες στα σπίτια.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Αφήστε. Θα κάνω υπομονή. Εξάλλου, απ’ τη στιγμή που ανταμώσαμε, η πείνα μου λιγόστεψε. Και μια ζεστασιά, θαρρείς, αισθάνομαι μέσα μου.

ΑΓΟΡΙ: Μιλάς για νηστικά ψαρόνια ενώ το ίδιο είσαι πεινασμένο.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Εγώ τη νηστικάδα μόνο μου τη διάλεξα. Το ‘ξερα πως εκεί που πάω δεν έχει τροφή για χελιδόνια κι είναι χειμώνας ακόμη.

ΑΓΟΡΙ: Πώς το αποφάσισες τότε;

Δε φοβάσαι τ’ αγριοβόρι;

Μήτε η παγωνιά σε σκιάζει;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ:

Σ’ όποιον τρέμει το χειμώνα,

η Άνοιξη δεν του ταιριάζει!

ΚΟΡΙΤΣΙ: Άνοιξη… Μα, δες τον ουρανό τον γκρίζο…

ΧΕΛΙΔΟΝΙ:      Πίσω απ’ τη βαριά θολούρα

και την άγρια συννεφιά,

καρτερεί για να ‘βγει ο ήλιος

μ΄ ολοφώτεινη θωριά.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Πάντως, χελιδονάκι μου, δεν καταλαβαίνω τι σ’ έπιασε κι άφησες τη ζεστασιά του τόπου σου για να’ ρθεις εδώ.

ΑΓΟΡΙ: Μήπως έχασες το δρόμο σου; Τον προσανατολισμό σου;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Μήπως χάλασε το βιολογικό σου ρολόι;

ΑΓΟΡΙ: Ο ανιχνευτής σου, του γήινου μαγνητικού πεδίου;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Η φυσική σου πηξίδα; Τι σου συμβαίνει; Απορώ.

ΑΓΟΡΙ: Και φοβούμαι, για σένα.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ (Χαμογελαστά): Μην ανησυχείτε και μη φοβάστε για μένα.(Τραγουδά):

Ρολόι μου έχω την ελπίδα,

το θάρρος μου γι’ ανιχνευτή

και την αγάπη για πυξίδα

που, πάνω απ’ όλα, μ’ οδηγεί.

 

Μην έχετε γι’ αυτό απορία,

με τέτοια όργανα βοηθό,

κρατώ Σωστή, πάντα, πορεία,

δεν κινδυνεύω να χαθώ!

ΑΓΟΡΙ: Και διάλεξες τέτοιον καιρό να κάνεις το παράτολμο αυτό ταξίδι; Για ποιο λόγο;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Για τα παιδιά. Με καρτερούν να τους πάω, λέει, την Άνοιξη. Στα μέρη σας κράτησε πολύ φέτος ο χειμώνας. Για τα παιδιά. Και…

ΑΓΟΡΙ: Πες το, μη διστάζεις.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Για το χατήρι μιας μικρούλας, ανυπόμονης μυγδαλιάς, που με προσμένει με λαχτάρα για ν’ ανθίσει.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Είσαι ένα ερωτευμένο χελιδόνι. Πώς μ’ αρέσει!...

ΑΓΟΡΙ: Το Σεπτέμβρη που μας πέρασε, ένα τρελούτσικο χελιδόνι, είπαν πως δεν έφυγε με τους συντρόφους του από τα μέρη μας. Οκτώβρης μπήκε κι αυτό παρέμενε, λένε, εδώ. Δε μάθαμε τι απέγινε. Άκουσες κάτι;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Εγώ είμαι το τρελό χελιδόνι, που λες.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Τα…ζητάει, μάλλον, ο οργανισμός σου τα δύσκολα, χελιδονάκι μου…

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Πώς να φύγω; Τα παιδιά; Δεν είπαμε;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Η αμυγδαλιά, δε λες καλύτερα;

ΑΓΟΡΙ: Και το χειμώνα που έφτανε, δεν τον υπολόγισες;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Λένε κάποιοι, πως

Στον τόπο που υπάρχει έστω κι ένα χελιδόνι,

χειμώνας δε ζυγώνει!

Γι’ αυτό έμεινα. Όμως, τι τα θέλετε; Βρέθηκε κείνος ο επίμονος γερανός και μ’ άρπαξε με το ζόρι. Καβάλα στη ράχη του πέρασα τις πρώτες δύσκολες μέρες του ταξιδιού για το Νότο, ως να συνέρθω. Περιπέτεια κι εκείνη!...

ΑΓΟΡΙ: Δεν το χωράει, ωστόσο, εμένα ο νους μου. Επιμένω. Θα σε ξαναρρωτήσω κι απάντησέ μου, αν μπορείς. (Τραγουδά):

       Χελιδονάκι,

πού πας στην μπόρα,

σε κρύα χώρα,

χωρίς φωλιά;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ:  

Εκεί που πάω

με περιμένει

λευκοντυμένη

γλυκιά αγκαλιά.

ΚΟΡΙΤΣΙ:    

Περνούν οι μέρες,

περνούν τα χρόνια,

με ήλιο και χιόνια

κυλά η ζωή.

 

ΧΕΛΙΔΟΝΙ:

Αυτό που μένει

και μας θερμαίνει,

είν’ η αγάπη

μες στην ψυχή!

 

ΑΓΟΡΙ: Έχεις πολύ δρόμο για ‘κει;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Ζυγώνω. Μα κάθε λεφτό που περνάει μ’ εγκαταλείπουν οι δυνάμεις μου.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Κι αν καταφέρεις να φτάσεις, θα μπορέσεις να χαρείς μαζί με τα παιδιά και τη μυγδαλίτσα σου την Άνοιξη, που τους πηγαίνεις;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Τι έχει να κάνει; Εκείνοι θα τη χαρούν. Γεύτηκε ποτέ σταφυλιά τα σταφύλια της; Αχ, γνώρισα μια σταφυλιά για φιλιά, στο ταξίδι μου. Με ξεδίψασε με το σταφυλοχυμό της. Ήπια και ζαλίστηκα. Της λέω στο τέλος:

Για τα γλυκά σου τα σταφύλια, σταφυλιά μου,

το ευχαριστώ μου θα ΄βρεις στα φιλιά μου!

Και ματς και μουτς, της σκάω φιλάκια.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Τι σου είναι το κρασάκι! Τσιμπήθηκες ε; Είσαι ένα αγαπησιάρικο κι όχι απλώς ερωτευμένο χελιδόνι. Λυπάμαι τη μυγδαλίτσα σου.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Με παρεξήγησες. Τη μυγδαλιά την έχω στην καρδιά μου. Τη σταφυλίτσα δε θα την ξεχάσω ποτέ, γιατί μου έμαθε κάτι σημαντικό. Ν’ αγωνίζομαι χωρίς να έχω στο νου μου την αμοιβή. Η σταφυλίτσα μοχθεί να φτιάξει τους καρπούς της, ξέροντας πως δε θα τους γευτεί ποτέ. Για τους άλλους το κάνει. Έτσι κι εγώ. Γι’ αυτό σου λέω, κι αν δεν καταφέρω να χαρώ την Άνοιξη, θα τη χαρούνε τα παιδιά κι η μυγδαλίτσα. Δεν αξίζει;

ΑΓΟΡΙ: Σαν τον παππού της μητέρας μας. Ήρωας ήταν, λένε. Έπεσε για την ελευθερία, που ο ίδιος δεν πρόφτασε να χαρεί.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Άνοιξη είναι και η ελευθερία.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Διάβασα την ιστορία μιας σαρανταποδαρούσας, που μοίρασε ως το τελευταίο όλα της τα πόδια, σ’ όσους είχαν ανάγκη.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Για τη Σαραντόκαρδη μιλάς. Αυτήν που ο θεός των εντόμων, για να την τιμήσει, τελικά τη μεταμόρφωσε σε πεταλούδα.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Ναι! Πού ξέρεις; Μπορεί κι ο παππούς μου, που θυσιάστηκε για την ελευθερία – Άνοιξη είπες πως είναι κι αυτή – να μεταμορφώθηκε σε…

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Σε τι, κοριτσάκι;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Σε… χελιδόνι. Και να’ σαι εσύ αυτό το χελιδόνι. Ο παππούς μου!...

ΧΕΛΙΔΟΝΙ (Χαμογελά): Μεγάλη φαντασία διαθέτεις… δισεγγόνα μου…Όμως λέμε πολλά. Κι εγώ το ξέρω, είμαι πολυλογάδικο χελιδόνι.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Και …πεινασμένο.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Πεινώ, βρε παιδιά! Πολύ πεινώ. Το τελευταίο έντομο – έντομο να το κάνει ο Θεός – πριν μια βδομάδα το ‘φαγα.

ΑΓΟΡΙ: Δεν ήταν νόστιμο;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Μπρρ! Αναγουλιάζω και που το σκέφτομαι. Πανάσχημο στην όψη, απαίσιο στη γεύση. Μέρες πήρε να στρώσει το στομάχι μου. Ένα ολόκληρο σμήνος με περικύκλωσε και με προκαλούσε χαχανίζοντας. Πανάθλια πλάσματα. Κακοέντομα. Έτσι τα βάφτισα.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δεν είχες ξαναδεί παρόμοια;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Πρωτοφανέρωτα. Άγνωστα μέχρι τώρα.

ΑΓΟΡΙ: Και πώς κι από πού προέκυψαν τα…κακοέντομα, που λες;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Από μετάλλαξη. Κλιματικές αλλαγές, φαινόμενο θερμοκηπίου, ρύπανση, φυτοφάρμακα, λιπάσματα, κι εντομοκτόνα, ορμόνες κι απορρυπαντικά, ραδιενέργεια… Ένα σωρό αιτίες. Κάποιος ερωδιός, που είδε το χάλι μου, μου εξήγησε. Κι είχε ένα θλιμμένο ύφος. Τι τραβάμε, μου κάνει. Μέρα με τη μέρα καταστρέφονται οι υδροβιότοποι. Δε θα ΄χουμε στον ήλιο μοίρα. Τρελάθηκε η φύση.

ΑΓΟΡΙ: Την αποτρέλαναν οι άνθρωποι. Ξέρω. Αυτές τις μέρες ασχολούμαι με μια εργασία, που έχει θέμα της το Περιβάλλον.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Τότε καταλαβαινόμαστε.

ΑΓΟΡΙ: Δεν πήραν έγκαιρα τα μέτρα τους οι άνθρωποι κι ίσως να ΄ναι πια τώρα αργά.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ:      

Κανείς δεν υπολόγισε

κι η φύση παραλόγισε.

ΑΓΟΡΙ: Χάνονται μορφές ζωής. Εμφανίζονται νέες. Και δεν έχει έντομα μόνο μεταλλαγμένα. Στα εργαστήριά μας επιστήμονες μετάλλαξαν και σπόρους. Φρούτα και λαχανικά κι άλλες φυτικές τροφές, που κάποιοι καταναλώνουν.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Να μου λείπουν, να μου λείπουν!

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Είσαι καλά διαβασμένος, φιλαράκο, μόνο που άλλο είναι να ξέρεις κάτι από διάβασμα κι άλλο από πείρα, όπως του λόγου μου. Είδαν, εμένα, τα ματάκια μου…

ΚΟΡΙΤΣΙ (Πειραχτικά): Πάθαν, εσένα, τα φτεράκια σου και η ψαλιδωτή ουρά σου!...

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Κοροϊδεύεις; Ναι, αλήθεια είναι. Γι’ αυτό με βλέπετε αγνώριστο. Κούρνιασα πάνω σε καρβουνιασμένα κλαδιά και στάχτες, σ’ αποκαΐδια, πέρασα δίπλα από καμινάδες εργοστασίων, που ξερνούσαν φούμο. Η κοιλίτσα μου ακούμπησε στην παχύρευστη επιφάνεια μιας τεράστιας πετρελαιοκηλίδας. Καλή του ώρα κείνου του περαστικού πελεκάνου, που με τράβηξε με το ράμφος του, λίγο πριν κολλήσω για τα καλά. Και τι και τι δεν είδα! Χαβούζες με βρωμόνερα και αστικά λύματα. Βιομηχανικά απόβλητα να χύνονται σε ποτάμια, σε λίμνες κι ακρογιαλιές. Χωματερές είδα, να σαν κι αυτήν εδώ τη δική σας και μεγαλύτερες. Τι να σας τα λέω; Μα κείνο που με κάνει να αηδιάζω ακόμα σαν το σκέφτομαι, είναι τα κακοέντομα. Μπρρρ! Τρέμω στη σκέψη μην τα ξανανταμώσω. Με ψάχνουν, το ξέρω . Μ’ ακολουθούν.

(Ακούγεται ζουζούνισμα, που πλησιάζει).

ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΑ: Το ξέρεις… το ξέρεις.. Καλά το ξέρεις. Ήρθαμε. Μέρες σε ψάχνουμε. Κι έχεις και παρέα. Καλύτερα. (Μπαίνουν στη σκηνή, ξεσηκώνοντας τον τόπο με τα ζουζουνητά, τις τσιρίδες, ενοχλούν τα παιδιά, απειλούν με χειρονομίες παιδιά και χελιδόνι. Εκείνα προσπαθούν να τα διώξουν με σπασμωδικές χειρονομίες).

ΑΓΟΡΙ: Τι είστε; Κι από πού ξεφυτρώσατε;

ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΑ (Ρυθμικά, με κίνηση, ανά ένα ή δύο κακοέντομα τον κάθε στίχο, με ένταση και σκέρτσο) :

Είμαστε νέα πλάσματα

Ρυποκατασκευάσματα

Της κόλασης ξεβράσματα

Φαντάσματα, εκτοπλάσματα

Σκεμπεδοτουμπανιάσματα

Και βαρυστομαχιάσματα

Δειλιάσματα, αηδιάσματα

Και κακοσκουληκιάσματα

Μυξιάσματα, ψωριάσματα

Εμετοαναγουλιάσματα

Μπιμπικοανατριχιάσματα

Πουλιών ξεπουπουλιάσματα

Χελιδονιών φρικιάσματα

Παιδιών σαχλαμαριάσματα

Και τσιμπογαργαλιάσματα…

 

ΑΓΟΡΙ+ΚΟΡΙΤΣΙ: Πάψτε! Πάψτε!

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Από εντομομυάσματα τι άλλου είδους άσματα μπορεί να περιμένει κανείς;

ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΑ:        

Είμαστ’ εμείς, είμαστε μεις,

έντομα νέας εποχής.

Γης και αέρος και νερών…

ΑΓΟΡΙ: Και των κακών σας των καιρών.

ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Αγοράκι, δεν έχεις τρόπους. Μίλα καλύτερα.

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Χελιδονάκι, αδυνατισμένο φαίνεσαι. Έλα, μη δυστάζεις. Χάψε κανένα από μας να συνέρθεις. Εμείς για σένα ήρθαμε.

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Από αγάπη, μη και κακοπάθεις. Άνοιξε το ράμφος σου.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Προτιμώ να πεθάνω της πείνας, παρά …

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Χωρίς παρά. Χωρίς παρά. Τζάμπα!...

ΑΓΟΡΙ: Σκασμός! Μας πήρατε τ’ αυτιά με τις τσιρίδες σας.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Και τα μάτια με την ασχήμια σας.

ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Κοριτσάκι, παλιομοδίτικη άποψη για την ομορφιά έχεις.

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Σύγχρονο πρότυπο ομορφιάς είμαστε. Έντομα νέας τεχνολογίας και παντός καιρού.

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Πρέπει να συνηθίσεις, πιτσιρίκα, στη νέα αισθητική.

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Και ποιος ορίζει, τάχα, ποιο είναι όμορφο, ποιο άσχημο; Κουκλάκια είμαστε.

ΑΓΟΡΙ: Η ομορφιά θα ΄ναι πάντοτε ίδια και δε θα τη νικήσει η ασχήμια.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Και προπαντός δε θα καταφέρει να νικήσει ποτέ την ομορφιά της φύσης. Που είναι η εικόνα της απόλυτης ομορφιάς.

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Αχού!... το δικό σας εσείς.

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Και μη θαρρείτε πως το πράμα τελειώνει μ’ εμάς. Τα εκατοντάδες νέα είδη έντομα και μικροοργανισμούς και μικρόβια και ιούς…

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Θα δείτε και ζώα μεταλλαγμένα. Χα, χα, χα, χα!...

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Κι ανθρώπους. Και, φυσικά, παιδιά. Όλα κι όλα, τα παιδιά θα είναι μούρλια, ως μεταλλαγμένα. Χο, χο, χο, χο…

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Και πουλιά βέβαια. Και προπαντός χελιδόνια. Χι, χι, χι, χι….

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ(Στο χελιδόνι): Για σας, μάλιστα, γίνονται ειδικές μελέτες, έρευνες και πειράματα.

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Σε πολύ σύντομο διάστημα θα αντικατασταθείτε από…μηχανικά χελιδόνια. Φτιαγμένα με πλαστικό και μέταλλο. Θα κοστίζουν ελάχιστα και θα φέρνουν την άνοιξη όποτε τη θέλουν, οι μεγάλοι της γης, όπως τη θέλουν κι όπου συμφέρει.

ΑΓΟΡΙ: Συμφέρει!... Κι εδώ το «συμφέρει»;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Τι θα πει συμφέρει;

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Χε, χε, χε, χε… Είσαι και βλακοχελίδονο. Δεν ξέρεις τι θα πει συμφέρει; Μα, έχουνε κέρδος, θα πει. Όφελος.

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Αν δεν ξέρεις ούτε κι αυτά τι θα πουν, πάνε και πνίξου. Χου, χου, χου, χου…

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Το χελιδόνι, μου τη…βιδώνει!

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Εσύ εκεί που πας, με τέτοιον καιρό, γιατί το κάνεις αν δεν έχεις όφελος; Για του προπάππου σου την ψυχή ή για ν’ αγιάσεις;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Για να χαρούν τα παιδιά το κάνω. Για ένα τους χαμόγελο. Για ένα λευκό ανθάκι της μυγδαλίτσας μου. Αν είναι πολύ αυτό ή κακό, ζητώ συγνώμη. Η Άνοιξη φέτος…

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Φέτος και πέρσι και του χρόνου… Άσε τα αυτά. Κι όπως την ήξερες, ως τώρα, την Άνοιξη, ξέχνα την.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Κάθε καλό είναι Άνοιξη. Αυτή την Άνοιξη ξέρω εγώ.

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Άχα, χούχα!... Εμείς λατρεύουμε το κακό. Οι Χειμώνες είναι, πια, της μόδας.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ(Αγριεύει): Ποιαν Άνοιξη τολμάτε και παίρνετε στο βρωμερό σας στόμα, σιχαμερά πλάσματα;

ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΑ: Λέγε μας, λέγε μας τέτοια. Κοσμητικά επίθετα είναι αυτά για μας.

ΠΑΙΔΙΑ+ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Πάψτε! Πάψτε!

(Τα κακοέντομα ζουζουνίζουν, με ανοιχτά τα χέρια για φτερά, γυροφέρνουν τα παιδιά και το χελιδόνι. Πανζουρλισμός. Τα παιδιά ξύνονται με σπασμωδικές, κωμικές κινήσεις, σε διάφορα μέρη του σώματός τους, προσπαθούν να τα απωθήσουν).

ΑΓΟΡΙ(Προς το κοινό): Μια μυγοσκοτώστρα, βρε παιδιά! Μια μυγοσκοτώστρα!

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δυο μυγοσκοτώστρες, βρε παιδιά. Δυο μυγοσκοτώστρες. Τι δυο και τρεις. Πέντε, δέκα!...

ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Εμείς τα αθώα μεταλλαγμένα εντομάκια σάς ενοχλούμε και μας διώχνετε, ενώ τις μεταλλαγμένες τις τροφές τις βάζετε γαρνιρισμένες στο πιάτο σας. Καλά να πάθετε!

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Ελάτε να φύγουμε, ρε παιδιά. Η αχαριστία έχει και τα όριά της. Έτσι, χαζοχελίδονο;

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Πάμε στα ψαρόνια, σύντροφοι. Έχουνε κάτι πεινάλες!

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Σίγουρα θα εκτιμήσουν την προσφορά μας.

ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΕΝΤΟΜΟ: Στα ψαρόνια, στα ψαρόνια! Κάπου εδώ τριγυρίζουν.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Στα κομμάτια! Στα κομμάτια!...

(Τα κακοέντομα φεύγουν καγχάζοντας. Τα παιδιά τα φασκελώνουν και τραγουδούν ζωηρά, ρυθμικά, χορευτικά, ενώ ξύνονται. Το χελιδόνι προσπαθεί να τα μιμηθεί).

ΑΓΟΡΙ:        Πω, πω, πω εντομοζάλη!

ΚΟΡΙΤΣΙ:    Πώς μου ξύνει το κεφάλι!

ΑΓΟΡΙ:        Πώς η μύτη, πώς τ’ αυτί μού ξύνει, πώς!

ΚΟΡΙΤΣΙ:  Πω, πω μου ΄ρχεται λιγούρα.

ΑΓΟΡΙ:       Το μυαλό γυρνάει σα σβούρα.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Πώς με φαγουρίζει η γάμπα κι ο… ποπός!

ΑΓΟΡΙ:      Φέρτε μας μυγοσκοτώστρες.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Θαυμαστές εντομοσώστρες.

ΑΓΟΡΙ:     Γρήγορα, κανείς σας, φίλοι, μην αργεί.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Να σωθούμε απ’ τη φαγούρα.

ΑΓΟΡΙ:     Και την εντομοβαβούρα.

ΑΓ+ΚΟΡ:  Να μη μείνει «κακοέντομο» στη γη!

 

ΧΕΛΙΔΟΝΙ (Απαγγέλλει):

Ο καθείς στο νου του ας βάνει:

Στο κακό, κακό δεν κάνει

-στην κακία και στο φθόνο –

με…μυγοσκοτώστρες μόνο.

Ίσως θέλει κι έναν τόνο…

ΑΓΟΡΙ (Με νόημα):

…ισχυρό… «εντομοκτόνο».

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Αν μ’ αρέσει κάτι ιδιαίτερο σε σας, είναι που επικοινωνούμε.

ΑΓΟΡΙ: Πουλιά! Ακούγονται πουλιά!

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Τα ψαρόνια είναι.

(Κοιτάζουν όλοι ψηλά).

ΚΟΡΙΤΣΙ: Από πάνω μας είναι μα δε φαίνονται.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Πίσω απ’ τα σύννεφα, πώς να φανούν; Μας ακούν όμως. Ψαρόνια, ε ψαρόνια! Προσοχή! Σας ψάχνουν τα κακοέντομα!...

ΑΓΟΡΙ: Μη γελαστείτε και φάτε κανένα, θα μετανιώσετε…

ΨΑΡΟΝΙΑ: Πεινάμε! Πεινάμε!...

ΚΟΡΙΤΣΙ: Πού πάτε; (Δυνατά, με τις παλάμες χωνί).

ΨΑΡΟΝΙΑ: Μεταναστεύουμε. Ψάχνουμε για τροφή.

ΨΑΡΟΝΙΑ: Στον τόπο μας δεν έχει πια. Κι από γυπαετούς, φίσκα.

ΑΓΟΡΙ: Κι αν τα πουλιά, εκεί στον άγνωστο τόπο όπου πάτε, δε δεχτούν να μοιραστούν μαζί σας την τροφή τους, τι κάνετε;

ΨΑΡΟΝΙΑ: Με τη δουλειά μας. Τίμια ζητάμε να κερδίσουμε το φαΐ μας.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Μακάρι!

ΨΑΡΟΝΙΑ: Μετανάστες είμαστε. Όχι κλέφτες.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Στο καλό. Πηγαίνετε στο καλό. Μόνο προσοχή στα κακοέντομα. Προτιμότερη η πείνα, παρά αυτά. Προσοχή!...

ΑΓΟΡΙ: Πω, πω! Τι παράξενα είναι όλα αυτά που συμβαίνουν; Θαρρώ πως ονειρεύομαι.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Συχνονειρεύεσαι;

ΑΓΟΡΙ: Είναι κακό;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Απεναντίας, είναι καλό το να μπορείς να ονειρεύεσαι. Ιδίως όταν είσαι παιδί ή νέος. Με την προϋπόθεση πως δεν ζεις μόνο με τα όνειρά σου. Τι θα΄ταν η ζωή δίχως όνειρα; Θα’ μοιαζε πουλί, που του κόψαν τα φτερά. Ευτυχώς, εγώ, αν και είδα κι έπαθα πολλά, κρατώ ακόμη ακέρια τα…φτεράκια μου.

ΑΓΟΡΙ: Ο πατέρας, μας αποκαλεί φαντασιόπληκτους κι ονειροπόλους.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Κάπως έτσι βαφτίζουν κι εμένα κάποιοι μεγάλοι στην ηλικία σύντροφοί μου. Αχ, οι σύντροφοί μου, οι σύντροφοί μου!... Τι να γίνονται; Ετοιμάζονται για το μεγάλο ταξίδι; Θα ξανανταμώσουμε άραγε; Τους αποθύμησα.

ΑΓΟΡΙ: Δεν το ΄ξερες ότι θα τους αποθυμούσες; Γιατί τους εγκατέλειψες τότε;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Η αγάπη είναι δυνατότερη απ’ την αποθυμιά, φίλε.

ΚΟΡΙΤΣΙ:  

Αχ, μυγδαλίτσα, μυγδαλιά,

καρδιά του πήρες και μυαλά…

(Το χελιδόνι πάει να φύγει).

ΚΟΡΙΤΣΙ: Μείνε λίγο ακόμη!

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Πρέπει να φύγω. Καθυστερώ. Μαζί με τα ψαρόνια και τα έντομα τα μεταλλαγμένα, διώξτε με κι εμένα.

ΑΓΟΡΙ: Κι η εργασία μου;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Τι σχέση έχω εγώ;

ΑΓΟΡΙ: Έχεις, λέει! Εσύ ξέρεις τόσα.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Κι υποψιάζομαι, μάλιστα, απ’ τα λεγόμενά σου, πως είσαι ένα χελιδόνι…οικολόγο!

ΧΕΛΙΔΟΝΙ(Χαμογελά): Δίχως λόγο;

ΑΓΟΡΙ: Το ίδιο λέει κι ο κουμπάρος μας.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Όλοι, κατά κάποιο τρόπο, οικολόγοι είμαστε, όταν προστατεύουμε το περιβάλλον, όπου ζούμε. Το μεγάλο μας σπίτι, δηλαδή. Ένα μικρό, ένα ελάχιστο πλασματάκι στο οικοσύστημα, εξάλλου, δεν είμαι κι εγώ;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Εσύ ελάχιστο, που κοτζάμ Άνοιξη κουβαλάς στα φτερά σου και την πας στους ανθρώπους;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ(Χαμογελά): Τόσο βάρος δεν το σηκώνουν τα φτεράκια μου. Αφήστε τις παιδιάστικες ιστορίες. Κοριτσάκι, θα σου πω μιαν αλήθεια και βάλε την καλά στο μυαλό σου. Την Άνοιξη ή το Χειμώνα τα κουβαλάει, ο καθένας, μέσα του. Αν δεν έχεις κατιτίς από Άνοιξη στην καρδιά σου, κανείς δεν μπορεί να σου τη φέρει. Πολύ περισσότερο εγώ. Ένα ασήμαντο χελιδόνι.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δυσκολεύομαι να σε καταλάβω. Και συ τι ρόλο παίζεις, τότε;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Ας πούμε πως, εμάς τα χελιδόνια, μας διορίσανε – και χωρίς να περάσουμε απ’ το ΑΣΕΠ – ταχυδρόμους της Άνοιξης. Μας δόθηκε το προνόμιο να μεταφέρουμε το μήνυμά της και την ελπίδα του ερχομού τής Άνοιξης στη φύση.

ΑΓΟΡΙ: Και γιατί αυτά τα όμορφα, μα κι ακαταλαβίστικα, που λές τώρα σε μας, δεν τα λες και στους μεγάλους;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Με τους μεγάλους δυσκολεύομαι. Άλλη γλώσσα μιλούνε. Κι αλλιώτικα μάτια κι αυτιά έχουν. Μήτε με βλέπουν, μήτε μ’ ακούν.

ΑΓΟΡΙ: Όλοι; Όλοι;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Μ΄ ελάχιστους μόνο τα καταφέρνω να συνεννοηθώ. Δυστυχώς, αυτούς οι άλλοι τους λένε φευγάτους. Παρμένους. Τους κοροϊδεύουν. Εγώ μεγάλα παιδιά τους θεωρώ. Και ποιητές!...

ΑΓΟΡΙ: Κάτι για την εργασία μου, που λέγαμε; Επιμένω.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Για να ΄χεις άποψη, δεν αρκούν μόνο ό,τι διάβασες σχετικά ή και άκουσες. Πρέπει να δεις. Να νιώσεις. Να πάθεις. Που δεν το εύχομαι. Αχ! Είδ…

ΚΟΡΙΤΣΙ: Είδαν εσένα τα ματάκια σου, πάθαν τα φτερά…

ΑΓΟΡΙ: Πάψε, χαζή!

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Δεν την κακίζω. Ναι, πολλά γνώρισα στα ταξίδια μου. Κι όχι μόνο σχετικά με τη Φύση και το Περιβάλλον. Είδα πολέμους, ανθρώπους εξαθλιωμένους, παιδιά σκελετωμένα απ’ την πείνα και τις αρρώστιες… Ωχ! Τι τα λέω αυτά τώρα και σας στεναχωρώ; Εμπειρία να σου πετύχει! Εσύ, φίλε, έχεις εμπειρία σχετική με το θέμα της εργασίας σου; Έχεις δει; Έχεις νιώσει; Ας πούμε, έχετε εδώ εργοστάσια που ρυπαίνουν;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Μακάρι να είχαμε. Η ανεργία χτύπησε κόκκινο.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Μακάρι να είχατε, αλλά δίχως να ρυπαίνουν. Απόβλητα που μολύνουν το χώμα και το νερό υπάρχουν;

ΑΓΟΡΙ: Ε, κάτι λίγα.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Από χωματερές, πάτε καλά. Κακά, δηλαδή, το βλέπω.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Τσούζει ο λαιμός. Και τα ρουθούνια μου… Αψού!...

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Καυσαέρια; Μπόλικα αυτοκίνητα και μηχανές κυκλοφορούν στους δρόμους σας.

ΑΓΟΡΙ: Στο κέντρο της πόλης χαμός γίνεται.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Απ’ όσα μου λέτε, βρίσκεστε ακόμη, μάλλον, σε μια μέση κατάσταση. Προσέξτε, όμως, μη σας ξεφύγουν τα πράγματα. Είναι ανάγκη από τώρα να πάρετε τα μέτρα σας. Διαφορετικά, φουκαράδες μου, σας κλαίω.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Έτσι μας φοβερίζει κι ο κουμπάρος μας, ο οικολόγος.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Δε σας φοβίζει, σας προειδοποιεί. Που λέτε, πριν λίγες μέρες περνούσα πάνω από μια μεγαλούπολη, πνιγμένη στο καυσαέριο. Η αιθαλομίχλη στο φουλ. Αφού να φανταστείτε, οι άνθρωποί της κυκλοφορούσαν με μάσκες στα πρόσωπα.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Όλοι;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς. Αναπνοή είναι αυτή.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δηλαδή, οι μάσκες της μόδας; Αχ, μούρλια! Των γυναικών, φαντάζομαι, μοντελάκια, με σχέδια και φανταχτερά χρώματα. Των κοριτσιών, μάσκες Μπάρμπι. Των αγοριών, μάσκες Μπάτμαν!

ΑΓΟΡΙ: Και των μωρών;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Μάσκες μπεμπέ βέβαια ή στρούμφ.

ΑΓΟΡΙ: Μια τέτοια σου χρειάζεται, μουρλέγκω!...

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Δεν πειράζει, τη συγχωρώ. Αστειεύεται. Που λέτε, έβλεπες τους ανθρώπους να χαιρετιούνται μεταξύ τους, να συνομιλούν και δεν ήξερες αν γελούν ή όχι τα χείλη τους. Είδα και μια νεαρή μητέρα, να φιλά το μωράκι της, το μασκοφορεμένο.

ΑΓΟΡΙ: Με τη μάσκα;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Πώς αλλιώς;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Φιλί να σου πετύχει!...

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Αυτό λέω κι εγώ. Λοιπόν, φεύγω. Κάθε λεφτό που μένω κάνει πιο επικίνδυνα για μένα τα πράγματα. Με δυσκολία κρατιέμαι. Είμαι εξουθενωμένο.

ΑΓΟΡΙ: Κουράγιο, χελιδόνι, λίγο ακόμα.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Κουράγιο παίρνω απ΄ την αγάπη σας. Πώς να σας κακοκαρδίσω, όμως; Απ’ την πρώτη στιγμή που σας είδα, μπήκατε μέσα μου. Ξεχωρίζω τα παιδιά, που διψούν για μάθηση. Που ψάχνουν και ρωτάνε. Γιατί:

Η γνώση είναι Άνοιξη

κι η άγνοια χειμώνας.

ΑΓΟΡΙ:        

Κι είναι η καρδιά, κάθε παιδιού,

φωλιά της χελιδόνας!

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Πώς σου βγήκε τώρα αυτό; Με ξαφνιάζεις.

ΑΓΟΡΙ: Μόνο του μου ήρθε..

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Σου το’ μαθε κάποιος;

ΑΓΟΡΙ: Ο δάσκαλος στην τάξη.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Τα χαιρετίσματά μου να του δώσεις. Λοιπόν, φιλαράκο, έπεσες στην περίπτωση. Άθλια περίπτωση, αλλά ίσως σε βοηθήσει, λιγάκι, στην εργασία σου.

ΑΓΟΡΙ: Λέγε! Λέγε!

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Κοντά στη χωματερή σας πραγματοποιείται για φέτος το Παγκόσμιο Συνέδριο του Συνδικάτου της Συμφοράς.

ΑΓΟΡΙ: Δε σε καταλαβαίνω.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Κάθε χρόνο μαζεύονται σε κάποιο τόπο οι εκπρόσωποι όλων εκείνων των κακών, που καταστρέφουν το περιβάλλον και τον Πλανήτη μας. Με πρώτο και καλύτερο – χειρότερο πες - τον αρχηγό τους. Τον πασίγνωστο Σερ Μολυνσέρ. Φέτος ήταν η σειρά σας, να τους … φιλοξενήσετε στη χωματερή σας.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Τους γνωρίζεις;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Μην έσωνε. Ξέρω τις φάτσες τους και τα ονόματά τους. Θα τ΄ ακούσετε. Θα τους δείτε. Κάθε φορά που τους βλέπω και τους ακούω, δυναμώνει το μίσος μου γι’ αυτούς. Γι’ αυτό επιδιώκω να τους συναντώ. Έτσι βρέθηκα εδώ. Όμως ελάτε, μη μας δουν. Θα κρυφτούμε πίσω απ΄ αυτή την ξερολιθιά.

 

 

 

 

ΤΕΛΟΣ Α΄ ΠΡΑΞΗΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Β’ ΠΡΑΞΗ

 

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

 

ΠΡΟΣΩΠΑ: Αγόρι – Κορίτσι –Χελιδόνι – Τα Μέλη του Συνδικάτου της Συμφοράς.

 

Σκουπιδότοπος, στην άκρη μια ξερολιθιά, πίσω από την οποία χελιδόνι και παιδιά παρακολουθούν το Συνδικάτο της Συμφοράς.

 

ΑΓΟΡΙ: Άργησαν. Άργησαν πολύ. Μήπως λάθος πληροφόρηση είχες για το συνέδριό τους;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Αρχίζω και βαριέμαι. Πότε θα’ ρθουν;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Μάθετε να περιμένετε. Μην είστε ανυπόμονοι.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Εγγλέζοι, όμως, στο ραντεβού τους, ε;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Όλα τα ‘χουν, η συνέπεια τους έλειπε μόνο. Όμως, να τοι. Ακούγονται. Τους αδικήσαμε, τους άθλιους! Έρχονται!

ΑΓΟΡΙ+ΚΟΡΙΤΣΙ (Κάπως τρομαγμένα): Έρχονται! Έρχονται!

(Μέσα από τούφες καπνού ξεπροβάλλουν τα μέλη του Συνδικάτου της Συμφοράς. Ντύσιμο ανάλογο. Κουρελαρία και βρωμιά. Μορφές πανάσχημες, φτιασίδια, μακιγιάζ, όλα «εξτρίμ» καθώς και ο τόνος της φωνής τους, η κίνηση κλπ. Στο στήθος φέρουν ταινία με το όνομά τους π.χ. ΣΕΡ… ΜΟΛΥΝΣΕΡ - διάστημα μεταξύ των δύο λέξεων, επειδή στη θέση του, στο τέλος, θα μπει ένα ΜΗ. Το ίδιο και στο πανό, που αρχικά θα γράφει: ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ….ΣΥΜΦΟΡΑΣ. Μπαίνει η ΡΙΡΗ ΧΩΜΑΤΕΡΗ και στήνει το πανό. Στολή από σακούλες απορριμμάτων. Κρατά μεγάλο ραβδί και χτυπά το πάτωμα, κάθε φορά που αναγγέλλει ένα ένα τα μέλη του Συνδικάτου).

 

 

ΡΙΡΗ ΧΩΜΑΤΕΡΗ (Τραγουδά):

Είμαι η Μαντάμ Ριρή Χωματερή,

που τα καλά της σήμερα φορεί!

Γιατί στ’ αρχοντικό μου το…σικάτο,

της Συμφοράς φιλοξενώ το Συνδικάτο!

Κι απ΄ τη χαρά μου θα σας κάνω ένα σπαγγάτο.

(Εκτελεί ένα κωμικοτραγικό σπαγγάτο. Σηκώνεται πιάνοντας τη μέση, οι άλλοι τη χειροκροτούν, συνεχίζει τραγουδιστά).

 

Μα, επιτρέψτε μου, δυο λόγια πριν, για μένα

να πω, απ’ τα βάθη της καρδούλας μου βγαλμένα.

Σε πολιτείες με γνωρίζουν και χωριά,

όπου στοιβάζω τ’ ακριβά μου τα…προικιά.

Αυτά που λεν, κάποιοι ανόητοι, σκουπίδια,

που να τους φαν, παρακαλώ, τα μαύρα φίδια.

Τα σκουπιδάκια μου, αχ, εμένα,

είτε θαμμένα, είτε καμένα,

αν κάποτε τα στερηθώ,

αλίμονο, θα σκοτωθώ.

Αφού τους δήμαρχους, ωστόσο,

προηγουμένως θα σκοτώσω.

 

(Απαγγέλλει):

Και τώρα οι καλεσμένοι, οι εκλεκτοί,

που όπως η τάξη κι η ευγένεια το απαιτεί,

με παλαμάκια το κοινό θα υποδεχτεί.

 

(Μπαίνουν ένας ένας αργά, τελετουργικά).

 

Ο αξιότιμος Φον Ρίχτεν Αποβλήχτεν!

Το χειροκρότημά σας όλοι κι όλες…ρίχτεν.

 

Καλωσορίζω την κουκλάρα, Φράου Χαβούζεν,

που για χατήρι της ηχήστε…καραμούζεν. (Ηχούν).

 

Υποδεχτείτε τη σεμνή Μούσα Βρωμούσα!

 

Την κολλητή της, Λαίδη Μπλιάχ, λαμπροφορούσα.

 

Παρών κι ο Χερ Πετρελαιοκηλίδεν,

που σαν κι αυτόν κανείς, άλλον, δεν…είδεν.

 

Καλοδεχόμαστε τη Δόνα Κακοσμίνη!

 

Καλώς την, τη Σινιόρα Ρυπανσίνη!

 

Ιδού! Προσέρχεται ο γνωστός Νέφος Αιθάλης,

της συμφοράς σεβάσμιος γέρος ασπρομάλλης.

 

Να κι ο μεσιέ ο Καυσαέριους! Κι αντάμα

 

Η εκλεκτή Μις Διοξίνη, φίνα ντάμα!

 

Καλωσορίζουμε στερνά και τον λαμπρόν

της ηχορρύπανσης τον Μέγαν Αδελφόν.

Τον Ντεσιμπέλιους Κλάξον – Κράξων - Μεγαφών!

(Εκκωφαντικοί ήχοι από κομπρεσέρ, κόρνες, μοτοσικλέτες, μεγάφωνα κ.λπ. συνοδεύουν την είσοδό του).

 

Θαρρώ εδώ πως συμπληρώθηκε η προσέλευση

κι είναι καιρός ν’ αρχίσει τώρα η συνέλευση.

Αφού τον ένδοξο, πρωτίστως, αρχηγό

υποδεχτούμε με τιμές. Και πρώτη, εγώ!

 

Καλώς ήρθες Σερ, Σερ, Σερ,

αρχηγέ μας Μολυνσέρ!

 

(Μπαίνει ο Σερ Μολυνσέρ, σκυφτός κάπως, είναι γέρος. Επευφημίες κλπ. Παίρνει τη θέση του, ψηλότερα από τους άλλους, στο σωρό των σκουπιδιών).

ΟΛΟ ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ:

Αρχηγέ, αρχηγέ,

καπετάνιε, στρατηγέ,

που όλα γύρω τα μολύνεις

και ζωή στον κόσμο δίνεις

Ήσουν, είσαι και θα είσαι

ο μεγάλος αρχηγός,

της ζωής μας οδηγός!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Ευχαριστώ! Ευχαριστώ! Η αφοσίωσή σας με συγκινεί. Γνωρίζετε πόσο κι εγώ αγωνίζομαι για το καλό σας. Κοψομεσιάζομαι όλη μέρα. Κύρτωσε η ράχη μου, γέρασα μα…στο καθήκον. Επιτρέψτε μου τώρα, και πριν αρχίσουμε, να επαναλάβω δυο λόγια για το πρόσωπό μου, με όση σεμνότητα επιβάλλει η στιγμή.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ:

Αρχηγέ μας λόγο ρίξε

της τιμής το δρόμο δείξε.

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ(Παίρνει ύφος):

Είμαι ο Σερ ο Μολυνσέρ!

Φέρτε μου γρήγορα, μασέρ.

Απ’ την πολλή δουλειά, ο καημένος,

βλέπετε πώς είμαι πιασμένος;

(Τρέχει κάποιος κι αρχίζει να του κάνει μασάζ).

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ:  

Κάνε του μασάζ πολύ,

για να ορθώσει το κορμί.

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ:

Κι αν γέρασα, όμως, επιμένω.

Εγώ, στη σύνταξη δε βγαίνω.

Όσο περσότερο μολύνω,

τα γερατειά μου τ’ απαλύνω!

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ:

Να μας ζήσεις Σερ, Σερ, Σερ

Αρχηγέ μας Μολυνσέρ.

Στη σύνταξη ποτέ μη βγεις.

Ευεργέτη όλης της γης.

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ(Τους κάνει νόημα να σταματήσουν): Λοιπόν! Οφείλουμε προηγουμένως να ευχαριστήσουμε θερμά την αξιότιμη μαντάμ Ριρή Χωματερή, που φιλοξενεί φέτος το μέγα συνέδριό μας στο αρχοντικό της.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ:    

Να μας ζήσει η Ριρίκα,

με το στιλ το ντελικάτο,

που δουλεύει δίχως Ι.Κ.Α.

και τιμά το Συνδικάτο.

Που είναι κούκλα, που είναι… γάτα

και τεχνήτρα στα…σπαγγάτα.

(Εκείνη υποκλίνεται, ευχαριστεί).

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Φίλοι μου αγαπημένοι και σύνεδροι εκλεκτοί, έχω την τιμή να σας κάνω δυο ανακοινώσεις. Μία ευχάριστη και μία δυσάρεστη.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Ξεκίνα απ’ την ευχάριστη.

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Είμαστε, όλοι, άριστοι! (Ενθουσιασμός). Εγώ καλά μολύνω, η Σινιόρα Ρυπανσίνη καλά ρυπαίνει, ο Φον Ρίχτεν Αποβλήχτεν χύνει ευσυνείδητα, μέρα και νύχτα, τα απόβλητά του, γεμάτες οι χαβούζες, βουνά τα απορρίμματα, συγχαρητήρια, Χερ Πετρελαιοκηλίδεν, για τις πετρελαιοκηλίδες των θαλασσών. Και σε σένα, επίσης, Μεσιέ Καυσαέριους. Εύφημο μνεία δικαιούται και ο κύριος Νέφος Αιθάλης, για τα μονοξίδια και διοξίδια και τις αιθαλομίχλες κι όλα τα υπόλοιπα αγαθά, που εκπέμπει.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ:

Ό,τι μπορούμε κάνουμε

Τη γη για να ξεκάνουμε!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Εύγε σε όλες και όλους σας, που με υψηλό αίσθημα καθήκοντος και υπευθυνότητας, επιτελείτε το υψηλό σας λειτούργημα.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ(ή ανά δύο ή τρεις με ενθουσιασμό, ρυθμό «ραπ» μορφασμούς, εξαλλοσύνη):

Είμαστ’ εμείς, είμαστ’ εμείς

Το Συνδικάτο της τιμής

Και υπεράνω όλοι των νόμων

Οι σταρ των βόθρων και υπονόμων

Της συμφοράς η γνήσια φάρα

Που υμνούν τη δόξα μας φουγάρα

Του όζοντος, ολέ, η τρυπάρα

Κι οι εξατμήσεις, καμινάδες

Κλάψτε αδερφάδες και μανάδες

Μέσα στο διάβα των αιώνων

Πρώτοι στο μπούκωμα πνευμόνων

Ω, τι χαρά με μάσκες όλοι

Σαν θα κυκλοφορούν στην πόλη.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ:

Γιούχου! Ολαρία, ολαρά,

Μές στην τρελή, καλή χαρά!

Μες στην καλή, τρελλή χαρά,

Γιούχου! Ολαρία, ολαρά!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Όλα καλά, όλα λαμπρά! Οι πάγοι των πόλεων λιώνουν, η στάθμη των θαλασσών ανεβαίνει. Τεράστιες εκτάσεις ερημώνουν, πλημμύρες και ξηρασίες, τυφώνες και κυκλώνες ξεσπούν ξαφνικά σε μέρη που ήταν άγνωστοι πιο πριν, φαινόμενα θερμοκηπίου, πηγές και ποτάμια και λίμνες στερεύουν. Θα πούνε το νερό, νεράκι, σε λίγο οι άνθρωποι. Ω, τι ευτυχία!

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ:

Θα λένε το νερό νεράκι

Κι όσο θα βρίσκουν θα ‘ν φαρμάκι!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Ευτυχώς που, γι’ αυτούς, πέρα βρέχει. Ανεμελιά!

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ:

Να ζήσουν οι ανέμελοι

κι όλου του κόσμου οι ρέμπελοι!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Οκέυ, συντρόφοι μου, οκέυ!

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Φωτιά στον…πισινό τους καίει!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Τη δουλειά μας εμείς. Ένα, δυο, τρία πάμε!

ΑΝΑ ΔΥΟ Ή ΤΡΕΙΣ (Σε ρυθμό ραπ):

Και να τa μονοξίδια

Και δος του διοξίδια

Του άνθρακα και του θείου

Κι οξέα υδροχλωρικά

Και νιτρικά και θειικά

Κι οσμές του υδροθείου

Πάρτε της διοξίνες σας

Κάθε λογής τοξίνες σας

Κι αν πείτε για τις πείνες σας

Να και μεταλλαγμένα

Μπάρμπα δώσε κι εμένα

Τις νοστιμιές, ανθρώποι, φάτε

Τρώτε κι αν βλάφτουν μη ρωτάτε.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ:       

Γιούχου! Ολαρία, ολαρά

Ζήτω της γης η συμφορά

Ζήτω της γης η συμφορά

Γιούχου! Ολαρία, ολαρά!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Ε, ρε γλέντι που κάνουμε, όσο οι άνθρωποι μένουν στα λόγια μόνο. Λένε, λένε, λένε…

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Κι άσε τους, μετά, να κλαίνε.

ΑΝΑ ΔΥΟ Ή ΤΡΕΙΣ:

Της μόδας γίναμε πολύ

Τα τελευταία χρόνια

Κι όλοι για μας, πια, συζητούν

Σ’ αίθουσες και σαλόνια

Ω, τι τιμή! Μα ως ευγενείς

Και ταπεινοί, σωπαίνουμε

Αυτοί μιλούν, μιλούν κι εμείς

Μολύνουμε, ρυπαίνουμε

Τη γη την ομορφαίνουμε

Μ΄ απόβλητα και λύματα

Και μυριοαπορρίμματα

Πάμε καλά, προοδεύουμε.

Τον κόσμο διαφεντεύουμε.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ:

Γιούχου! Ολαρία, ολαρά.

Όλα τριγύρω βρωμερά!

Όλα τριγύρω βρωμερά!

Γιούχου! Ολαρία, ολαρά!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Εδώ τελειώνουν δυστυχώς, φίλοι μου, τα ευχάριστα, στα οποία όλοι σας παίρνετε άριστα. Μα…μα…

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ(Έντρομοι): Μαμά!...

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: …μα, γενναίες και γενναίοι μου, φτυστοί του ντιενέι μου, πρέπει να μάθετε μιαν αλήθεια.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Μας τρομάζεις, Σερ. Βοήθεια!...

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Είπα προηγουμένως πως με τους ανθρώπους τα πάμε καλά. Οι μεγάλοι, βλέπετε, έχουν και τα συμφέροντά τους. Οι πιο πολλοί την αφασία τους…(Τραγουδά):

 

Απλώνουν την αρίδα τους

και την εφημερίδα τους

ανέμελα διαβάζουν.

Κοιτούν και τηλεόραση

μυαλό που βλάφτει κι όραση,

κι έγνοιες στο νου δε βάζουν.

Όμως; Όμως;

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Λέγε και μας πιάνει τρόμος!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Τα παιδιά!

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Τα παιδιά; Τι τα παιδιά;

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Με τους μικρούς υπάρχει πρόβλημα!

ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ: Αρχηγέ, μας κοψοχόλιασες. Τα παιδιά θα φοβηθούμε εμείς;

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ:  

Τα παιδιά είναι δειλά

και κανείς δε μας γελά.

Τ’ αγριεύεις και σαστίζουν

κι απ΄το φόβο τα …γεμίζουν.

ΑΓΟΡΙ+ΚΟΡΙΤΣΙ (Πίσω απ’ το τοίχο):

Κουτεντέδες, τα παιδιά

έχουν τόλμη και καρδιά!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ (Έκπληκτος): Είπε κανείς τίποτε; (Κοιτάζονται όλοι μεταξύ τους). Ρωτώ, άκουσε κανείς τίποτε;

ΑΓΟΡΙ+ΚΟΡΙΤΣΙ:

Από τα παιδιά, να δείτε,

κάποια μέρα θα το βρείτε!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Μίλησε κανείς; Α, μπα! Θα παράκουσα μάλλον. Η ηλικία, βλέπετε…

Τα γερατειά, αχ τα γερατειά,

βλάφτουν τα μάτια και τ’ αυτιά.

Σύντροφοι αγαπημένοι, για άλλου είδους παιδιά σας μιλώ κι όχι σαν κι αυτά που ως τώρα ξέρατε. Παιδιά με γνώση. Με κρίση και λογική. Που τους στουμπώνουν στο σχολείο ανοησίες. Διάφορα ακατανόμαστα κι άδικα σε βάρος μας. Κι έτσι ξεκίνησαν εκστρατεία εναντίον μας. Να φανταστείτε, δεν πετούν, πια, ούτε καραμελόχαρτο στο δρόμο, μήτε τσόφλι από πασατέμπο.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Αδιανόητο!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Βάζουν τα σκουπίδια στους κάδους.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Οι κάδοι / στον Άδη!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Κι άλλα, πιο σημαντικά, κάνουν.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Βάλθηκαν να μας ξεκάνουν;

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Καθαρίζουν ακρογιαλιές, συγκεντρώνουν πλαστικά, συμμετέχουν σε εκδηλώσεις εναντίον μας, παίρνουν μέρος σε δενδροφυτεύσεις, διαφημίζουν και προωθούν την ανακύκλωση. Την α – να – κύ – κλω - ση! Ακούτε;

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Την ανακύκλωση!...

ΡΙΡΗ ΧΩΜΑΤΕΡΗ: Εντερική… περδίκλωση παθαίνω, που το ακούω.

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Αμ, και το χειρότερο όλων, που μιλούν για Αιολική και ηλιακή ενέργεια; Με το που πρωτάκουσα γι αυτού του είδους την ενέργεια, αυτομάτως πάνω μου ενεργήθηκα.

Δεν πρόκανα καλά καλά να πιάσω,

το παντελόνι μου να κατεβάσω.

ΟΛΟΙ:

Και σάμπως τώρα, Σερ, εμείς προκάναμε;

Επάνω μας, αλίμονο, τα κάναμε.

Πού πάμε, το λοιπόν, πού πάμε;

Εσένα, αρχηγέ, ρωτάμε.

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Αυτό λέω κι εγώ. Πού πάμε; Διότι όλα αυτά μπορεί σήμερα να μας φαίνονται ελάχιστα κι ασήμαντα, μα από το μικρό και το λίγο ξεκινάει το πολύ. Κι εμείς από το λίγο αρχίσαμε. Δε μας δώσαν σημασία και να πού φτάσαμε. Γι’ αυτό, το νου σας.

ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ: Αρχηγέ, έτσι που τα λες, τα παιδιά αποφάσισαν να μας δυσφημίσουν.

ΑΛΛΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ: Μόνο; Και να μας πολεμήσουν.

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Με απότερο σκοπό, να μας καταργήσουν, ώστε να ΜΗ ρυπαίνουμε, να ΜΗ μολύνουμε, να ΜΗ, να ΜΗ, να ΜΗ, για να καταντήσουμε, τελικά, σε Συνδικάτο ΜΗ Συμφοράς.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Αδέρφια, χανόμαστε. Χα-νό-μα-στε!...

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Ακριβώς! Αν κάποτε βρεθούμε όλοι μ’ ένα ΜΗ μπρος από το λαμπρό μας όνομα. Με φαντάζεστε, αδέρφια; Αυτομάτως θα μεταβληθώ από Σερ Μολυνσέρ, σε ταπεινό Σερ, βέβαια, αλλά ΜΗ Μολυνσέρ.

Κι αν πάθω, σύντροφοί μου, εγώ

τέτοια μεγάλη νίλα,

πώς θα με λέτε ως αρχηγό;

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ (Κοιτάζονται, διστάζουν): Σερ Μολυνσέρ… ξεφτίλα!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Πολύ σωστά! Κι αυτό εξαιτίας ενός τοσοδά ασήμαντου ΜΗ.

ΜΟΥΣΑ ΒΡΩΜΟΥΣΑ: Κι εγώ θα γίνω Μούσα ΜΗ Βρωμούσα;

ΦΟΝ ΡΙΧΤΕΝ ΑΠΟΒΛΗΧΤΕΝ: Κι εγώ Φον Ρίχτεν ΜΗ Αποβλήχτεν;

ΟΛΟΙ: Κι εγώ…κι εγώ…κι εγώ…

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Ναι, ναι, ακριβώς όπως το λέτε. Το ΜΗ κάνει τη διαφορά.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ (Γελαστά): Κι εμένα το ΔΟΝΙ. Χωρίς αυτό θα ήμουν…ΧΕΛΙ.

ΑΓΟΡΙ: Τι παλαβά ακούμε, Θεέ μου!

ΚΟΡΙΤΣΙ: Μπουμπουνοκέφαλοι και δηλοί είναι όλοι τους.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ:

Αλί σε μας και τρις αλί,

χανόμαστε, φίλοι καλοί.

Της Συμφοράς το Συνδικάτο,

απ’ τα ψηλά θα…πιάσει πάτο.

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Σα να λέμε, δηλαδή, εμείς οι άρχοντες της γης…

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Θα βρεθούμε καταγής.

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Κι από το…ρετιρέ της εξουσίας μας, στο υπόγειο. Και πιο κάτω ακόμη, αν γίνεται.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ:

Και μάλιστα, Σερ Μολυνσέρ,

χωρίς τη χρήση του…ασανσέρ;

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Γιες, λέιντις εντ τζέντλεμεν. Ελεύθερη πτώση. Ο απόλυτος εξευτελισμός. Ο χαμός!

Όλοι γι΄ αυτό με μια φωνή

με παλικαρίσια ορμή

και μ’ ολόρθο το κορμί:

Μη στο ΜΗ, μη στο ΜΗ!...

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ:

… Που μας κλέβει την τιμή!

Και μας τρώει το…ψωμί!

Και μας πίνει το…ζουμί!

Μη στο ΜΗ, μη στο ΜΗ!

ΑΓΟΡΙ: Μιλάμε για περίπτωση παλαβομάρας.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Τραγούδι τους αξίζει.

ΑΓΟΡΙ+ΚΟΡΙΤΣΙ (Τραγουδούν):  

Σερ, σερ, σερ

Κακούργε Μολυνσέρ,

τη μόλυνση παράτα,

το έγκλημα σταμάτα.

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Ακούγεται κάτι, σαν τραγούδι, μήπως;

ΑΓΟΡΙ+ΚΟΡΙΤΣΙ (Συνεχίζουν):

Κι εσύ, Μούσα Βρωμούσα

και Δόνα Κακοσμίνη,

καμιά σας να μη μείνει,

αυτό ‘ναι προσταγή!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ (καθαρίζει με το δάχτυλο το αυτί): Έπιασε, τάχα, κάτι το αυτί μου; Περίεργο!

ΑΓΟΡΙ+ΚΟΡΙΤΣΙ (Συνεχίζουν):

Φον Ρίχτεν Αποβλήχτεν,

Σινιόρα Ρυπανσίνη,

Χαβούζεν δεσποσύνη,

χαθείτ’ από τη γη! (δις)

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Βρε παιδιά, τραγούδι μου ακούστηκε. Ακούσατε εσείς τραγούδι; (Αυτά προς το κοινό). Μπα, θα με ξεγέλασαν τ’ αυτιά μου.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ (Και το κοινό):

Τα γερατειά, τα γερατειά

Βλάφτουν τα μάτια και τ’ αυτιά!

(Ακούγεται φωνή διαμαρτυρίας από τα παρασκήνια): Απαράδεκτο! Είναι παράνομο! Θα το καταγγείλω. (Εμφανίζεται ο ΕΜΠΡΗΣΤΗΣ).

ΕΜΠΡΗΣΤΗΣ: Είναι τελείως άδικο, που δεν καλέσατε κι εμένα στη συνεδρίαση. Σας καταγγέλλω!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ(Με απορία): Ο κύριος;

ΕΜΠΡΗΣΤΗΣ (Με ύφος):

Αυτός τα δάση που τα θέλει, όλα, ίδια.

Απέραντη έκταση ομορφιάς, μ’ αποκαΐδια.

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Ω! Είστε, σίγουρα, ο αξιότιμος και εντιμότατος κύριος Εμπρηστής! Οποία τιμή! Συγνώμη, αλλά το πρωτόκολλο, ξέρετε, δεν προέβλεπε… Ο Εμπρηστής, ε; Εξκιούσμι!.

ΕΜΠΡΗΣΤΗΣ: Ακριβώς! Ο Εμπρηστής και Πυρομανής και Καταπατητής!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Τι λέτε; Συσκευασία, δηλαδή, τρία σε ένα; Σας θαυμάζω! Υποκλίνομαι!

ΕΜΠΡΗΣΤΗΣ:

Ποθεί η ψυχούλα μου, εμένα,

δάσος στη γη μη μείνει ούτ’ ένα.

Τα ΄χω μεγάλο στην καρδιά μου μίσος κι άχτι,

γι’ αυτό τα θέλω μόνο κάρβουνο και στάχτη!

Κι άσε ό,τι θεν, να λεν κάτι παλιόπαιδα.

Κάτω τα δάση! Ζήτω τα οικόπεδα!

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Κάτω τα δάση! Ζήτω τα οικόπεδα!

ΑΓΟΡΙ+ΚΟΡΙΤΣΙ: Ζήτω τα δάση! Κάτω τα οικόπεδα!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Ακούσατε ό,τι άκουσα; Μπα, λάθος μου θα ‘ναι.

ΑΓΟΡΙ+ΚΟΡΙΤΣΙ:

Κύριε Εμπρηστή, κύριε Εμπρηστή,

είθε η κοιλιά σου, να…πρηστεί!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ: Κι όμως κάτι σα ν’ άκουσα. Μίλησε κανείς;

ΕΜΠΡΗΣΤΗΣ: Γι’ αυτό και το φωνάζω μ’ όλη μου τη δύναμη:

Κάψτε τα δάση! Είν’ η δική μου προσταγή!

Καμένη θα ‘ναι ομορφότερη η γη.

Προς τι το θέλουμε το πράσινο, αλήθεια;

Ψέμα, οξυγόνο πως χρειάζονται τα στήθια.

Το δάσος μήτε υγεία είναι, μήτ’ ομορφιά.

Της μόδας, άλλωστε, η ασχήμια είναι πια.

Κάψτε γι’ αυτό, κάψτε τα δάση,

να δει το μάτι μου καμένα, να χορτάσει!

ΣΕΡ ΜΟΛΥΝΣΕΡ:

Είστε υπέροχος, κύριε Εμπρηστή!

Και με τα λόγια σας ετούτα, τα σοφά,

αυτή η συγκέντρωση επιτυχώς, ας λήξει.

Του χρόνου πάλι θ’ ανταμώσουμε ξανά.

Και σ’ άλλον τόπο, που από βρώμα θα ‘χει πήξει.

Κι ως τότε σ’ όλους σας ευχές, απ’ την καρδιά:

Καλή δουλειά, ευγενέστατοι. Καλή δουλειά!

(Χαιρετούν τον Σερ Μολυνσέρ και αποχωρούν. Χελιδόνι και παιδιά βγαίνουν από την κρυψώνα τους).

ΚΟΡΙΤΣΙ(Σαστισμένο): Τρέμω μ’ όσα άκουσα και είδα. Ου, στα τσακίδια. Στον αγύριστο (Μουτζώνει προς το μέρος που έφυγαν τα μέλη του Συνδικάτου): Να! Να! Να!

ΑΓΟΡΙ: Κι από μένα το ίδιο. Να! Και Να!

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Με φάσκελα, κατάρες και βρισιές τίποτα δε γίνεται. Και τα κακοέντομα έτσι τα ξαποστείλατε, μα πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να ξαναεμφανιστούν. Κι αυτοί εδώ, οι θρασύδειλοι, όπως θα διαπιστώσατε, που μόλις φύγαν, δε θα πάψουν ν’ απειλούν, με τη θανατερή τους παρουσία, το θαύμα της ζωής πάνω στη γη. (Τραγουδά):

Αγαπημένα μου, καλά παιδιά,

ακούστ’ εμέ, μια στάλα χελιδόνι.

Με λόγια, ευχές και ξόρκια μοναχά,

για το καλό, ο αγώνας, δεν τελειώνει.

Για να κινήσει μια καινούργια αρχή

και να φωτίσει η μέρα, η μυροβόλα,

θέλει πολλή δουλειά, θέλει ψυχή,

θέλει, θαρρώ, κι αγάπη, πάνω απ’ όλα!

Ναι, παιδιά. Αγάπη! Συνεργασία! Υπομονή κι επιμονή! Σιγουριά στον εαυτό σας και θάρρος! Δουλειά! Όχι λόγια. Επειδή:

Ο καθένας με τα λόγια

χτίζει ανώγεια και κατώγεια.

Και μακάρι από τ’ ανώγεια,

να…βουτήσει στα κατώγεια,

μήπως και ταρακουνήσει,

το μυαλό του, και ξυπνήσει!

ΑΓΟΡΙ: Θα ξυπνήσει, τάχα;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Ναι. Ήδη άρχισαν να ξυπνούν οι συνειδήσεις. Το οσμίζομαι, το ακούω. Το βλέπω! Και σ’ αυτό μπορείτε να βοηθήσετε κι εσείς, τα παιδιά. Αν δεν το πίστευα δε θα ‘μουν χελιδόνι, γεράκι θα ΄μουνα. Να ελπίζουμε, λοιπόν! (Στέκεται λίγο): Πώς μου ΄ρθε τώρα, να σας πω ένα αίνιγμα! Θα το βρείτε;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Από αινίγματα σκίζουμε. Δε μας ξεφεύγει κανένα.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ:  

Πώς το λένε το πουλί,

στο σκοτάδι που λαλεί

και λευκά φτερά φοράει,

μαύρη μπόρα σαν ξεσπάει;

(Κοιτάζονται τα παιδιά, δυσκολεύονται).

ΚΟΡΙΤΣΙ: …μαύρη μπόρα σαν ξεσπάει…ξεσπάει…

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Να το πάρει το ποτάμι;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Να το πάρει. Εξήγα το.

ΑΓΟΡΙ: Τέτοιο εγώ πουλί δεν είδα. Πώς το λεν;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Το λεν… Ε λ π ί δ α ! Ας είμαστε αισιόδοξοι, για καθετί κακό κι άδικο που μας παιδεύει. Όλα θα παν καλύτερα.

ΑΓΟΡΙ: Κι ο κουμπάρος μας, ο οικολόγος, τα ίδια λέει.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Χαίρομαι πολύ γι αυτόν. Πείτε του πως θα ΄θελα να… κουμπαριάσω κι εγώ μαζί του. Είναι καιρός, για να μη θρηνήσουμε αύριο, να… κουμπαριάσουμε, σήμερα, όλοι μεταξύ μας. Μ’ ένα κοινό σύνθημα ευθύνης στο στόμα και την καρδιά:

Το περιβάλλον κι εγώ! Το περιβάλλον κι εγώ!

Κι εγώ, έτσι;

ΑΓΟΡΙ: «Το Περιβάλλον κι εγώ». Μου αρέσει. Πάει για τίτλος της εργασίας μου;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Πάει, λέει! Γάντι της έρχεται.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Είσαι ένα χελιδόνι όλο γνώση και σοφία.

ΑΓΟΡΙ: Κι αγάπη!

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Για τα δυο πρώτα δεν είμαι σίγουρο. Το τρίτο μου προέκυψε.

ΑΓΟΡΙ: Από τι;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Από τη σχέση μου με τη φύση. Το Περιβάλλον, που λέμε τόσην ώρα. Το αγάπησα κι αγάπησα μαζί όλα του τα πλάσματα. (Χαμογελά):

Εδώ, που τα λέμε, λίγο περισσότερο τα παιδιά.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Και τις μυγδαλίτσες.

ΑΓΟΡΙ: Είναι σωστό, δηλαδή, να λέω: αγαπώ τους ανθρώπους, επειδή αγάπησα το Περιβάλλον;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Αυτό δεν είπα, μόλις; Και να το νιώθεις, όμως, κι όλας. Όχι μόνο να το λες.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Κι αγάπησα, μπορώ να πω, το Περιβάλλον, επειδή αγάπησα τους ανθρώπους;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Μέσα είσαι. Μαζί πάνε αυτά. Αυτοί που νοιάζονται κι αγωνίζονται για το περιβάλλον, αγαπούν τον άνθρωπο, αγαπούν τη ζωή, την ομορφιά. Είναι με την ειρήνη, με την Άνοιξη. Είναι με τα χελιδόνια!... Όμως, παιδιά, φεύγω τώρα και δε με κρατάει κανείς. Ξεπέρασα τα όριά μου. Δεν αντέχω άλλο. Σε λίγο θα είναι πολύ αργά για μένα. Και για τα παιδιά. Για τη μυγδαλίτσα. (Κινάει να φύγει. Προσπαθεί να κουνήσει τα φτερά του).

ΑΓΟΡΙ: Σ΄ ευχαριστώ για όσα μου ΄μαθες.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Για την Άνοιξη που μας έφερες.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Πάλι τα ίδια. Την Άνοιξη, κοριτσάκι, την Αληθινή Άνοιξη, όλοι μαζί θα τη φέρουμε. Μην το ξεχνάς. Δεν είναι δουλειά μήτε ενός κούκου, μήτε ενός χελιδονιού μονάχα…

ΚΟΡΙΤΣΙ: Τα ΄χω μπερδεμένα μέσα μου. Μιλάς για αληθινή Άνοιξη. Ποιαν εννοείς;

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Μα… την Άνοιξη στη φύση, ασφαλώς.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Μόνον αυτή; Δε νομίζω.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Χμ! Άκουσες τι είπα στα Κακοέντομα;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Ναι. Πως καθετί καλό, Άνοιξη είναι.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Τότε τι ρωτάς; Αφού, όμως, επιμένεις, θα σου το εξηγήσω και τραγουδιστά. Τα τραγούδια ταιριάζουν στην Άνοιξη. Άκου, λοιπόν:

 

Άνοιξη είναι να γελάς.

Ν’ αγαπάς, να σ’ αγαπούνε.

Άνοιξη, να μην πεινάς,

με το δίκιο όλοι να ζούνε.

Άνοιξη είναι η ειρήνη,

που ζωή στον κόσμο δίνει.

ΑΓΟΡΙ+ΚΟΡΙΤΣΙ:

       Καλώς τη μυρωμένη αυγή,

μιας τέτοιας Άνοιξης στη γη.

Χέρι με χέρι, χίλιοι οι γύροι,

μες στης ζωής το πανηγύρι!

ΧΕΛΙΔΟΝΙ:

Άνοιξη είναι η χαρά.

Είναι ο στίχος! Το τραγούδι!

Άνοιξη κάθε φορά,

που γεννιέται ένα λουλούδι.

Άνοιξη είναι η ελπίδα,

της ψυχής μας ηλιαχτίδα.

 

Κι άλλα πολλά καλά ακόμη, Άνοιξη είναι. Βρείτε μερικά κι εσείς και τραγουδάτε τα. Εγώ σταματώ. Και… τώρα, πια, οριστικά αντίο!...

ΚΟΡΙΤΣΙ: Μείνε, δεν πρέπει να σε χάσουμε.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Δε θα με χάσετε. Θαρρώ πως στην καρδιά σας βρήκα ζεστή φωλιά. Έτσι δεν είναι; (Φεύγει σιγά, σιγά).

ΑΓΟΡΙ (Παρακλητικά): Πάρε με μαζί σου, να πετώ. Είναι υπέροχο να κοιτάς τον κόσμο από ψηλά.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Λάθος! Είναι σωστό να κοιτάς τον κόσμο από το ύψος σου.

ΑΓΟΡΙ (Τραγουδά με συγκίνηση):

Χελιδονάκι,

πάρε κι εμένα.

Φορώ, κρυμμένα,

μικρά φτερά.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ:

Παντού και πάντα,

σαν με θυμάσαι,

μαζί μου θα ΄σαι.

Θα ‘χεις χαρά.

ΑΓΟΡΙ:        

Χελιδονίσια

τα όνειρά μου.

Σκιρτά η καρδιά μου

πρώτη φορά.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ:  

Εμπρός για μέρη,

που λεν τραγούδια

κι η γης λουλούδια

και φως φορά!

(Σβήνει η φωνή, το Χελιδόνι έχει φύγει).

ΑΓΟΡΙ: Γεια σου, Χελιδόνι, στο καλό… Στο καλό…

ΚΟΡΙΤΣΙ: Γεια σου, Χελιδόνι, γεια σου… Γεια σου…

 

 

 

 

                    

 

 

 

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

 

ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

 

Το αρχικό σκηνικό. Το αγόρι με τις πιζάμες τώρα, μπρος στον υπολογιστή. Η μητέρα πηγαινοέρχεται ετοιμάζοντας πρωϊνό. Μπαίνει ο πατέρας με πιζάμες κι αυτός. Χασμουριέται, κάθεται στην πολυθρόνα, μπρος από την Τ.V. , ανοίγει την εφημερίδα.

 

ΜΗΤΕΡΑ (Στο αγόρι): Από ποιαν ώρα είσαι πάλι κολλημένος στον υπολογιστή; Όλα κι όλα, θα σε μαλώσω. Ένα σαββατιάτικο πρωινό έχεις να ξυπνήσεις λίγο αργά, να ραχατέψεις στο κρεβάτι. Το παράκανες μ΄ αυτή την εργασία. Χωρίς αναβολή θα ειδοποιήσω τον κουμπάρο. Τον κουμπάρο, ανυπερθέτως!

ΠΑΤΕΡΑΣ: Λίγος χαλβάς, μήπως περίσσεψε από ψες; Έχω μια πικράδα στο στόμα.

ΜΗΤΕΡΑ: Να κόψεις το τσιγάρο.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Πρωινό;

ΜΗΤΕΡΑ: Έτοιμο. (Μπαίνει το κορίτσι).

ΚΟΡΙΤΣΙ: …μέρα!...

ΜΗΤΕΡΑ: Καλημέρα, κόρη μου! Άκεφη φαίνεσαι. Κι είναι χαρούμενη σήμερα η μέρα. Για δες. Επιτέλους ήλιος! Απόλυτη διάψευση του μετεωρολογικού δελτίου. Έκοψε κι ο αέρας. Κεφάτη σε θέλω. Λες και μύρισε Άνοιξη!

ΠΑΤΕΡΑΣ: Άνοιξες ονειρεύεται η κυρία!

ΜΗΤΕΡΑ (Τραγουδά):

Χαρούμενης μέρας

αυγούλα ροδίζει.

Δροσάτος αγέρας

τα στήθη γεμίζει.

 

Σκορπίσαν τα νέφη.

Του ήλιου το μάτι

μ’ αγάπη μας γνέφει:

Η Ά ν ο ι ξ η   ν ά τ η!

 

ΠΑΤΕΡΑΣ: Ο χαλβάς, που λέγαμε, τι έγινε;

ΜΗΤΕΡΑ: Το χαβά σου εσύ. Ή μάλλον το χαλβά σου.

(Στην κόρη της): Μην είσαι αδιάθετη; Μήπως καις;

(Βάζει την παλάμη στο μέτωπο του κοριτσιού). Κάτι σου συμβαίνει εσένα. Πες μου.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Το γιο σου, μαμά, να ρωτήσεις για τα κέφια μου. Μ΄ άφησε, σάμπως, να κοιμηθώ; Όλη νύχτα παραμιλούσε στον ύπνο του. Ταραζόταν, κουνιόταν, το τρέλανε το κρεβάτι του.

ΜΗΤΕΡΑ: Μη μου λες! Α, επιτέλους, δε σηκώνει άλλο. Θα πάρω τον κουμπάρο. Τον κουμπάρο! (Πηγαίνει στο σταθερό τηλέφωνο, καλεί): Έλα, κουμπάρα, εσύ;

ΦΩΝΗ ΚΟΥΜΠΑΡΑΣ: Γεια σου, κουμπάρα, τι έκπληξη! Ο κουμπάρος, καλά;

ΜΗΤΕΡΑ: Καλά είναι, κουμπάρα, σε χαιρετά.

ΦΩΝΗ ΚΟΥΜΠΑΡΑΣ: Πώς έτσι κουμπάρα; Έχουμε καιρό να μιλήσουμε. Κι ήθελα να σου πω για την καινούρια κρέμα προσώπου. Μούρλια! Και οικολογική. Δε θα με γνωρίσεις. Τόση διαφορά, κουμπάρα.

ΜΗΤΕΡΑ (Κοροϊδευτικά): Μη μου πεις, κουμπάρα! Έτσι, ε; Σε φαντάζομαι… (Αλλάζει ύφος): Τον κουμπάρο ήθελα, κουμπάρα.

ΦΩΝΗ ΚΟΥΜΠΑΡΑΣ: Να σου τον δώσω, κουμπάρα. Τσιάο, τα δέοντα στον κουμπάρο.

ΜΗΤΕΡΑ: Θα του τα δώσω, κουμπάρα.

ΑΓΟΡΙ (Μορφάζει): Τις κουμπάρες παίζουν.

ΦΩΝΗ ΚΟΥΜΠΑΡΟΥ: Αλό, κουμπάρα, τι με θέλεις;

ΜΗΤΕΡΑ:Κουμπάρε, θέλουμε τη βοήθειά σου. Το κουμπαράκι σου, ο γιος μου, έχει πρόβλημα.

ΦΩΝΗ ΚΟΥΜΠΑΡΟΥ: Με τρομάζεις, κουμπάρα, συμβαίνει κάτι σοβαρό; Ανησυχώ! (Το αγόρι τρέχει και παίρνει από το χέρι της μητέρας του το ακουστικό).

ΑΓΟΡΙ: Δεν έχω απολύτως κανένα πρόβλημα. Άλλοι το ‘χουν. Συγνώμη! (Κλείνει το τηλέφωνο).

ΜΗΤΕΡΑ: Τι τρόπος ήταν αυτός στον κουμπάρο; Θεέ μου, εφιάλτης του ‘ γινε αυτή η εργασία. Επηρέασε και το χαρακτήρα του ακόμη.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Λες κι ετοιμάζει πτυχιακή διατριβή.

ΜΗΤΕΡΑ: Αχ, πότε θα τελειώσει, Παναγιά μου!

ΑΓΟΡΙ: Τελείωσα, μητέρα.

ΜΗΤΕΡΑ: «Δόξα τω Θεώ!»

ΚΟΡΙΤΣΙ: Ζήτω!

ΑΓΟΡΙ: Τον τίτλο της γράφω. Θέλετε να τον ακούσετε;

ΜΗΤΕΡΑ: Ασφαλώς και θέλουμε.

ΑΓΟΡΙ: «Το Περιβάλλον κι εγώ!»

ΚΟΡΙΤΣΙ: Σιγά την πρωτοτυπία!

ΑΓΟΡΙ: Τι ξέρεις εσύ; (Τον ξαναλέει και κλείνει τον υπολογιστή): Το Περιβάλλον κι εγώ. Κι εγώ!...

ΚΟΡΙΤΣΙ: Και γιατί μόνο εσύ; Εμείς τι κάνουμε; Μάρμαρα γυαλίζουμε; Ε, λοιπόν, κι εγώ!

ΜΗΤΕΡΑ (Χαμογελώντας): Μα, ασφαλώς, κι εγώ! (Στον πατέρα): Εσύ, αγάπη μου;

ΠΑΤΕΡΑΣ (Αφηρημένα, χωρίς να σηκώσει τα μάτια απ’ την εφημερίδα): Ναι;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Τι ναι και ξεναί, μπαμπά;

ΠΑΤΕΡΑΣ: Τι να κάνω;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Να πεις, «Κι εγώ».

ΠΑΤΕΡΑΣ: Λέω… «Κι εγώ». Εντάξει;

(Διακόπτει τη συζήτηση η φωνή της εκφωνήτριας από την T.V.).

T.V.: Διακόπτουμε το πρόγραμμά μας, για να σας μεταδώσουμε έκτακτη τοπική είδηση.

ΜΗΤΕΡΑ (Έντρομη): Μήπως έγινε σεισμός;

 

T.V.(Δίνουν όλοι προσοχή): Ο υπεύθυνος υπάλληλος καθαριότητας του Δημοτικού μας Κήπου, βρήκε σήμερα, νωρίς το πρωί, στη ρίζα μιας μικρής, πρόωρα ανθισμένης μυγδαλιάς, ένα νεκρό χελιδόνι. (Πλησιάζουν παιδιά και μητέρα, με έντονο ενδιαφέρον, την T.V.). Το πρωτοφανές για την εποχή γεγονός, του προκάλεσε τόση έκπληξη, ώστε έκρινε σωστό να το αναφέρει στον ίδιο το δήμαρχο, ο οποίος ζήτησε να του παραδωθεί το άτυχο πουλί.

ΑΓΟΡΙ: Το Χελιδόνι! Το Χελιδόνι μου!

T.V.: Στη σύντομη συνέντευξη, που μας παραχώρησε, ο κύριος Δήμαρχος δεν έκρυψε τη βαθιά του συγκίνηση. Αναφέρθηκε, μάλιστα, και στις συμβολικές προεκτάσεις του περιστατικού. Δήλωσε, επίσης ότι, στο προσεχές Δημοτικό Συμβούλιο, θα εισηγηθεί, ώστε η μορφή του ηρωϊκού πουλιού, του Πρώτου Χελιδονιού της Άνοιξης στον τόπο μας, όπως το αποκάλεσε, να καθιερωθεί ως το επίσημο έμβλημα του Δήμου μας.

ΠΑΤΕΡΑΣ: «Σώσον, Κύριε, τον Λαόν σου…» τον Δήμον σου, ήθελα να πω, από τέτοιους δημάρχους. Εγκεφαλικό θα πάθω, με τις ανοησίες που ακούω. Για έργα σε ψηφίσαμε, κύριε, όχι για φαιδρές χελιδονοϊστορίες. Πρακτικό και προσγειωμένο άνθρωπο σε νομίζαμε, ονειροφαντασμένος ψευτοποιητής μας βγήκες. Αν δεις ψήφο, την άλλη τετραετία, τρύπα μου τη μύτη.

T.V.: Το νέο με το χελιδόνι διαδόθηκε αστραπιαία στην πόλη μας και από το πρωί μονοπωλεί το ενδιαφέρον των συμπολιτών μας, οι οποίοι εκφράζονται με ιδιαίτερη συγκίνηση και λύπη για το γεγονός. Σε αντίθεση με τους μεγάλους, τα παιδιά δείχνουν ενθουσιασμένα. Υποστηρίζουν, μάλιστα, πως το χελιδόνι ζει. Και με απόλυτη βεβαιότητα δηλώνουν ότι το είδαν να πετά χαρούμενο, γύρω και πάνω από το Δημαρχείο της πόλης μας. Ο Σταθμός μας αισθάνεται την ανάγκη, σε ένδειξη τιμής στο Πρώτο Χελιδόνι, να μεταδώσει – αν και χειμώνας ακόμη - τη μελωδία της Άνοιξης, από τις Τέσσερις Εποχές του…

ΠΑΤΕΡΑΣ: …Βιβάλντι, ασφαλώς. Ούφ! Θα σκάσω!...

(Μουσική, όλοι μένουν για μερικά δευτερόλεπτα άφωνοι, αποσβολωμένοι).

ΑΓΟΡΙ: Άκουσες, Πατέρα;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Μπαμπά, το άκουσες; Ζει το χελιδόνι.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Ζει; Πώς ζει; Ο υπεύθυνος του Δημοτικού Κήπου το είδε με τα μάτια του νεκρό. Λυπάμαι, αλλά αυτή είναι η αλήθεια.

ΑΓΟΡΙ: Ό,τι φαίνεται δεν είναι, πάντα, αυτό που είναι.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Εγώ πιστεύω μόνο σ’ αυτό που φαίνεται με τα μάτια.

ΑΓΟΡΙ: Κι εγώ, σ’ αυτό που φαίνεται και με την καρδιά.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Συμφωνώ μαζί σου, αδερφέ.

ΑΓΟΡΙ: Κι εξάλλου, πατέρα, ακόμη και με τη δική σου λογική, τα παιδιά είδαν το χελιδόνι να πετά, με τα μάτια τους.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Ναι, μπαμπά, το χελιδόνι ζει. Μην αμφιβάλλεις. Ζει! Ζει!...

ΑΓΟΡΙ: Φαντασιόπληκτους μας αποκάλεσες κι ονειροπόλους. Είσαι άδικος, άδικος! Πρέπει να παραδεχτείς το λάθος σου.

ΠΑΤΕΡΑΣ (Σηκώνεται): Δηλαδή…δηλαδή, τι θέλετε να πείτε; Πού το πάτε; Τι ζητάτε; (Τραγουδά):  

Τι θέλετε από μένα,

παιδιά μου, αγαπημένα;

Θαρρώ, λιγάκι, γιέ μου,

πως παραφέρεσαι.

 

ΑΓΟΡΙ:                     

Μια δόση φαντασία,

πατέρα, δίνει ουσία.

Γι’ αυτό μια στάλα πρέπει

να  ο ν ε ι ρ ε ύ ε σ α ι !

(Ακούγονται φωνές παιδιών): Ζει! Ζει! Το χελιδόνι ζει!
ΑΓΟΡΙ: Το χελιδόνι μου, ζει!

ΚΟΡΙΤΣΙ: Το χελιδόνι ζει! Το χελιδόνι ζει!

ΜΗΤΕΡΑ: Ναι, ζει! Καλημέρα στην Άνοιξη! Εγώ απ’ το πρωί το ένιωσα. Αλλιώτικη ξύπνησε η μέρα. (Πάει στο παράθυρο): Καλημέρα σου, Άνοιξη! Καλημέρα!

( Όλοι οι ηθοποιοί στη σκηνή, φωνάζουν ρυθμικά: «Ζει! Ζει! Το Χελιδόνι, ζει!». Ανεβαίνουν και παιδιά – θεατές. Φορούν, ίσως, λευκές μπλούζες με στάμπα μεγάλη καρδιά κι ένα χελιδόνι στη μέση ή κρατούν ανάλογα πλακάτ, φωνάζοντας κι αυτά. Τα μέλη του Συνδικάτου έχουν προσθέσει το ΜΗ στην ταινία με το όνομά τους. Αγόρι, Κορίτσι και Μητέρα, παρακινούν και τον Πατέρα. Δειλά στην αρχή εκείνος, τελικά συγχρονίζεται με τους άλλους. Όλα τα πρόσωπα του έργου τώρα – πλην του Παρουσιαστή - με τα χέρια ο ένας στον ώμο του άλλου, σε θέση χαιρετισμού, τραγουδούν και λικνίζονται στο ρυθμό της μελωδίας του τραγουδιού):

Καλημέρα στην Άνοιξη,

στη χαρά, καλημέρα!

Του χειμώνα η φοβέρα

πάει, πέταξε πια.

Με περίσσια κατάνυξη

την αγάπη υμνούμε

και της φύσης τιμούμε

την καθάρια ομορφιά.

                          

Καλημέρα στην Άνοιξη,

στη ζωή, καλημέρα!

Ν’ ακουστεί πέρα ως πέρα

και σε κάθε γωνιά:

Κάποιο «πρώτο» για όλους μας

καρτερεί «Χελιδόνι»,

της καρδιάς για να λιώνει

τη σκληρή παγωνιά!

(Εξακολουθούν τα: «Ζει! Το χελιδόνι ζει!» Μπροστά έρχεται ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ. Πάει να τραγουδήσει):

Κάπου εδώ η παράσταση, φίλες, φίλοι τελειώνει…(Σταματά): Αδύνατον! Για μουσικό θέατρο δεν κάνω. ( Ξεκινά απ’ την αρχή με απαγγελία):

Κάπου εδώ η παράσταση, φίλες, φίλοι τελειώνει,

και διαλαλώ με σας κι εγώ: Ναι, ζει το Χελιδόνι!

Και ποιος, δα, είσαι που το λες; Θα πείτε όλοι ευλόγως.

Καιρός για ν΄ αυτοσυστηθώ: Κουμπάρος. Ο Οικολόγος!

Κι άμα κρατάτε μυστικό, θα πω και κάτι ακόμα.

Εγώ ΄μαι ο μπλόγκερ. Ο φαρσέρ. Μα…φερμουάρ στο στόμα…

Το ξέρω, παραφέρθηκα. Λάθος μου. Μιλ συγνώμες.

Όμως, τι φταίω που, όμοια με σας , δε θέλω τους …χειμώνες;

ΔΕ ΘΕΛΩ ΤΟΥΣ ΧΕΙΜΩΝΕΣ!!! (Με κορώνα).  

 

-ΤΕΛΟΣ-